Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Κινηματογραφικά βραβεία LUX

 

 


Η ταινία Ida του Pawel Pawlikofski, ήταν η ταινία που κέρδισε φέτος το βραβείο LUX του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ως η καλύτερη ευρωπαϊκή ταινία της χρονιάς. Και όχι άδικα, αφού καθήλωσε το θεατή με τα προσωπικά δράματα των ηρωίδων που ξετυλίγονταν από κοινού με τις σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας…  Ξεχωριστές σκηνοθετικές επιλογές με ένα αισθητικό αποτέλεσμα που έδωσαν στο σενάριο και στην πλοκή, μια αρμονική μορφή.

Ένα ταξίδι στην κομμουνιστική Πολωνία της δεκαετίας του 60…Οι κρυμμένοι σκελετοί στο ντουλάπι της οποίας, έρχονται να στοιχειώσουν το παρόν και το μέλλον της. Νοικοκυραίοι που σκοτώνουν στο δάσος οικογένειες ολόκληρες Εβραίων κατά τον ΒΠΠ για να τους πάρουν τα σπίτια και τη γη, εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση. Νοικοκυραίοι που διάγουν μια ζωή δίχως τύψεις σε μια Πολωνία της Λαϊκής Δημοκρατίας. Κρυμμένοι καρκίνοι που το καθεστώς δεν μπορεί να ανακαλύψει. Και αυτή ακόμα η «κόκκινη Βάντα», η σκληρή δικαστής του καθεστώτος που έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα τόσους εχθρούς του λαού, δεν τολμά να γυρίσει στο χώρο όπου η οικογένεια της σφαγιάστηκε βάναυσα και το νεογέννητο παιδάκι της βρήκε φριχτό θάνατο. Η Βάντα αναρωτιέται: «τους άφησα για να πάω στον πόλεμο να πολεμήσω. Για ποιο πράγμα άραγε;»

Όταν συναντά την ανιψιά της, την μόνη επιζήσασα από την οικογένειά της , η οποία, χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητά της, την οικογένειά της, τον έξω κόσμο, έχει γίνει μοναχή, η Βάντα βρίσκει το κουράγιο να πάει πίσω στον χώρο του εγκλήματος. Έχει όμως αλλάξει. Η σκληρή  δικαστής,  η άτεγκτη κατήγορος, είναι τώρα μια διαλυμένη φιγούρα, ζει ένα έκλυτο βίο και ενώ θα μπορούσε παλιά να εκδικηθεί τους ανθρώπους που σκότωσαν την οικογένειά της, εντούτοις δεν το κάνει. Η Ίτα, η νεαρή μοναχή, ρωτά το φονιά που ξεθάβει στο δάσος τους σκελετούς της οικογένειάς της με μια αφέλεια που συγκλονίζει.. «εγώ, γιατί δεν είμαι εκεί μαζί τους;». Θεία και ανιψιά, χωρίς ιερείς και ραβίνους, θάβουν μόνες τους τα κόκκαλα των αγαπημένων στον οικογενειακό τάφο. «Φοβήθηκε πολύ;» ήταν η ερώτηση της Βάντας στο φονιά του γιού της,  το μικρό κρανίο του οποίου τυλίγει στα ρούχα της προτού το θάψει κάπου αλλού….

Το άσπρο μαύρο που κυριαρχούν στην ταινία, είναι μια επιλογή του σκηνοθέτη που χρωματίζει δυσοίωνα, προδικάζει, φανερώνει την απόγνωση των προσώπων που αυτά αρνούνται να παραδεχτούν: η μια, επικαλούμενη την πίστη της, η άλλη αφημένη στις καταχρήσεις. Όταν η Βάντα αυτοκτονεί, αυτό δε συνιστά κορύφωση. Δεν υπάρχει τίποτα το δραματικό, όλα γίνονται ψυχρά και αποφασιστικά, σχεδόν αναμενόμενα.« Για να καταλάβεις το μέγεθος της θυσίας που κάνεις να αρνηθείς τις σαρκικές απολαύσεις, πρέπει πρώτα να τις δοκιμάσεις» είχε πει η Βάντα στην Ιτα, κατά τις πρώτες τους συναντήσεις. Έτσι, η Ίτα, μετά την κηδεία της Βάντας, ντύνεται με τα ρούχα της θείας της, συμπεριφέρεται σαν αυτή, σμίγει ερωτικά με έναν νεαρό σαξοφωνίστα και παρά το ότι ο τελευταίος της υπόσχεται γάμο, αυτή, αυτοτιμωρούμενη, φεύγει το επόμενο πρωί πίσω για το μοναστήρι. Έχουμε λοιπόν, από τις δύο ηρωίδες, δύο απαρνήσεις των εγκοσμίων, η σκληρότητα και η αδικία των οποίων ήταν δυσβάσταχτες….



Roc Bicek, Εχθρός της τάξης ( Σλοβενία)

 



Αριστουργηματική ταινία όμως, κυρίως σε επίπεδο σεναρίου και πλοκής ήταν και αυτή του Rok Bicek ( Σλοβενία) με τίτλο « Εχθρός της τάξης».  Η  μορφή του πρωταγωνιστή, ενός καθηγητή γερμανικών, προσηλωμένου στις αρχές μια διαπαιδαγώγησης χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς, Robert Zupan, εμβληματική .Η δε ερμηνεία του Igor Samobor, επιβλητική και κυρίαρχη. Ο καθηγητής Ζούπαν, είναι το θύμα ενός  επώδυνου και ανήθικου παιχνιδιού ρίψης ευθυνών και  συναισθηματικού εκβιασμού που έχουν ως σκοπό  να δημιουργήσουν ενοχές σε ένα άμεμπτο ηθικά  και αξιοπρεπές μέχρι τέλους άτομο. Το παιχνίδι αυτό  παίζεται  στην ταινία από έφηβους, χωρίς ίχνος ενσυναίσθησης, οι οποίοι στο τέλος, όπως διαπιστώνει ο θεατής, δεν είναι τίποτα άλλο από απεικάσματα των γονιών τους.

Το γεγονός γύρω από το οποίο περιπλέκεται η ταινία, η αυτοκτονία μιας μαθήτριας, δεν ξεκαθαρίζεται ποτέ και δεν παρέχονται στον θεατή προβολές στην προσωπική ζωή κανενός από τους πρωταγωνιστές…κι αυτή ακόμη η αυτοκτονία υπάρχει ως είδηση και μόνο…κυριαρχεί στην ταινία η ουδετερότητα ενός αποστασιοποιημένου παρατηρητή. Ο πρωταγωνιστής, οι μαθητές, η διεύθυνση, οι γονείς, οι καθηγητές, αντιμετωπίζονται ισότιμα μέσα από ένα φακό ψυχρό παρατηρητή. Ο ίδιος ο καθηγητής, ο Ρόμπερτ Ζούμπαν, είναι κι αυτός ένας παρατηρητής της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί από ένα σύστημα ανεκτικότητας, χαλαρότητας, υποκρισίας και ανευθυνότητας μικροπρεπών και ρηχών καθηγητών που σαν καρικατούρες παρουσιάζονται στην ταινία, σχεδόν γελοίοι, με πρώτη και καλύτερη τη διευθύντρια.

Στην ταινία δεν εξωραϊζεται τίποτα, δεν υπάρχουν θετικές φιγούρες, δεν πρόκειται στα σίγουρα για μια ταινία δικαίωσης κανενός. Ο θεατής φεύγει με την εντύπωση ότι όλοι φταίνε για το χάος που δημιουργήθηκε, αλλά και κανένας. Δέκτης όμως μοναδικός όλης αυτής της παράλογης βίας και κακίας που εκτόξευσαν οι νεαροί μαθητές και υπέθαλψαν με την ανοχή τους οι υπόλοιποι καθηγητές είναι ο καθηγητής Ζούπαν, που τόσο απέχει από τις τακτικές και τη νοοτροπία του υπόλοιπου καθηγητικού συλλόγου. Ο καθηγητής   αποδεικνύει όμως με τη στάση του, και τη συμπεριφορά του που σε καμιά περίπτωση δεν έχει τη μιζέρια του θύματος, ότι οι τακτικές αυτές των αδιάφορων  συναδέλφων του δεν είναι ανθρωπιστικές, καθώς, δεν νοιάζονται στην ουσία πραγματικά για τους μαθητές τους και το μέλλον τους.

Από την άλλη, η  σκληρή αντιμετώπιση μιας συναισθηματικά ευάλωτης μαθήτριας, τον ενοχοποιεί στα μάτια των παιδιών ως υπεύθυνο για την αυτοκτονία της. Η μαθήτρια αυτή, η Σαβίνα, ένα υιοθετημένο μοναχικό παιδί, με το οποίο κανείς δεν ασχολείται πριν την αυτοκτονία της, βρίσκεται τώρα στο επίκεντρο…Όλα ξεκινούν με την ανεύθυνη ψιθυρολογία μιας αφελούς μαθήτριας για το ότι είδε το διάλειμμα σε μια τάξη  τον καθηγητή Ζούπαν να ακούει την Σαβίνα να παίζει πιάνο. Παρα το ότι αυτό δεν έχει τίποτα μεμπτό από μόνο του, στοχοποιεί τον καθηγητή, σε συνδυασμό με τη σκληρή του στάση απέναντι και στην Σαβίνα στον τομέα της προφορικής  της αξιολόγησης .

Όταν λοιπόν πέφτει η είδηση για την αυτοκτονία της Σαβίνας, ο καθηγητής Ζούπαν γίνεται στα μάτια της τάξης ο « εχθρός»,  ο υπαίτιος της αυτοκτονίας. Παραλείπεται να ειπωθεί στους μαθητές το υπαρξιακό και οικογενειακό δράμα που βίωνε η Σαβίνα ως παιδί που έμαθε πρόσφατα πως είναι υιοθετημένο, με τους θετούς του γονείς ανεπαρκείς να χειριστούν το δράμα του παιδιού. Δεν γνωρίζει επίσης κανείς ότι ο καθηγητής Ζούπαν ήταν ο μόνος που έδωσε σημασία στην ερώτηση « γιατί ζούμε» που του είχε απευθύνει η Σαβίνα στην τάξη και την οποία προσπαθεί να απαντήσει μαζί της μετά που την άκουσε να παίζει πιάνο και διέκρινε το ταλέντο της. Την είχε μάλιστα, με λάθος ίσως επιτακτικό και σκληρό τρόπο, παροτρύνει να θέτει στόχους στη ζωή της ώστε να μην νιώθει χαμένη και άχρηστη. Μέχρι σχεδόν το τέλος της ταινίας, ο θεατής αφήνεται να πιστέψει ότι ίσως τα λόγια αυτά να επέδρασαν περίεργα στον ψυχισμό της Σαβίνας και σε συνδυασμό με την ψιθυρολογία για το τι διαμείφθηκε μεταξύ αυτής και του Ζούπαν στην τάξη το διάλειμμα, να οδηγήθηκε στην απονενοημένη της πράξη.

Η διευθύντρια και ο υπόλοιπος καθηγητικός σύλλογος, τους οποίους ο Ζούπαν εξ αρχής σνόμπαρε καθώς δεν συμμεριζόταν τη ρηχότητα και αυτό δεν του το συγχωρούν, με χαιρεκακία και μικροπρέπεια, αποφασίζουν να αποκρύψουν στους μαθητές το προσωπικό δράμα της Σαβίνας  που θα τους έκανε να σταματήσουν να αντιμετωπίζουν τον πρωταγωνιστή με τόσο μένος και θα τον απάλλασσε από τα πυρά των μαθητών και των μαθητριών του. Η μικροψυχία και η μικροπρέπεια των καθηγητών συναγωνίζεται τη συνεχή λεκτική και ψυχολογική βία που ασκούν οι μαθητές στον καθηγητή τους, κάνοντάς  τη ζωή του τελευταίου, κόλαση.

Βαλλόμενος πανταχόθεν, ο πρωταγωνιστής δεν λυγίζει, αλλά με παιδαγωγικό οδηγό του τις ρήσεις του Τόμας Μαν, το έργο του οποίου ανήκει στη διδακτέα ύλη του μαθήματος το οποίο διδάσκει, προσπαθεί να κάνει τους μαθητές του να φιλοσοφήσουν σχετικά με το θάνατο και τη ζωή, να σκεφτούν, να κρίνουν. Τα λόγια του Τόμας Μαν είναι το φόντο της ταινίας, και δίνουν το έναυσμα σε συζητήσεις που σκοπό έχουν να κάνουν τους μαθητές να εξερευνήσουν τον ίδιο τους τον ψυχισμό και τον αντίκτυπο που η αυτοκτονία της Σαβίνας είχε σ’ αυτόν.

Η ακεραιότητα  χαρακτήρα του πρωταγωνιστή,  το ψυχρό του πρόσωπο, η άτεγκτη στάση του, η αποφυγή συναισθηματικών ξεσπασμάτων και ακροτήτων, αντί να τον καθιστούν αντιπροσωπευτικό δείγμα αυταρχικότητας και καταπίεσης, λειτουργούν αντιθέτως ως προβολές που φωτίζουν την αυταρχικότητα και την καταπίεση που χαρακτηρίζει τις σχέσεις των ευμετάβλητων συναισθηματικά και παρορμητικών μαθητών και μαθητριών του. Κάπως έτσι αποδομείται το δίπολο καταπιεστής-καταπιεζόμενος και καταρρίπτονται οι στερεότυπες δομές εξουσίας σε ένα σχολείο.  Και όλα αυτά χωρίς μελοδραματισμούς, αλλά με μια καταγραφή των επιφαινομένων, χωρίς εστίαση και σκηνοθετικά τρικς. Τα κοντινά πλάνα εξαιρετικά μελετημένα και συστηματικά, έρχονται στις κατάλληλες στιγμές να εστιάσουν σε βουβά πρόσωπα, ώστε να δίνεται φωνή στα πάντα και να καλείται ο θεατής να παρατηρήσει προσεκτικότερα σ’ ό,τι, ίσως, το βλέμμα των πρωταγωνιστών δεν εστιάζει.

Ο ανακεφαλαιωτικός επίλογος του καθηγητή στο τελευταίο μάθημα αριστουργηματικά συνοπτικός και εύστοχος. Η δική του οπτική γωνία, ρητά διατυπωμένη. Συνεχίζει μέχρι τέλους να είναι ρόλος ενός συστήματος, όπως ο ίδιος το αντιλαμβάνεται. Άδικα ο θεατής περιμένει προβολές στην προσωπική ζωή του καθηγητή που θα τον φώτιζαν σαν προσωπικότητα και θα τον γνωρίζαμε καλύτερα. Καμμία νύξη στην εκτός σχολείου ζωή του δεν θα γίνει πουθενά. Όλα διαδραματίζονται στο μικρόκοσμο του σχολείου. Η κάμερα δεν εγκαταλείπει τους σχολικούς χώρους ποτέ. Ούτε ξεδιαλύνεται το μυστήριο της αυτοκτονίας, ούτε τίποτα. Ο θεατής, όπως και οι πρωταγωνιστές, καλούνται μόνοι τους να βρουν την άκρη με υποθέσεις και εικασίες…

Σίγουρα, μετά την ταινία, το επάγγελμα του εκπαιδευτικού μπαίνει σε ένα ηθικό κάτοπτρο: ο καθηγητής τελικά που βλέπει σοβαρά τη δουλειά του υποφέρει, ενώ όσοι αναζητούν την αποδοχή και είναι υπερ του δέοντος ανεκτικοί και επιεικείς, χωρίς να νοιάζονται για την πρόοδο των μαθητών, περνάνε σίγουρα καλύτερα. Τα λόγια της διευθύντριας ενδεικτικά « Καλωσορίσατε στον 21ο αιώνα. Παλιά οι μαθητές μας φοβούνταν. Τώρα τους φοβόμαστε εμείς».


 

Celine Sciamma, Τα κορίτσια (Γαλλία 2014)

 


Εξαιρετική ταινία, ανάμεσα στις τρεις φιναλιστ των βραβείων Λουξ, είναι και η πολυβραβευμένη ταινία Band de filles της Celine Sciamma. Η δεκαεξάχρονη πρωταγωνίστρια Βίκυ, μένει σ’ένα σπίτι χωρίς πατέρα, με τον βίαιο αδελφό της να παίζει το ρόλο του πατέρα και μια μητέρα που δουλεύει συνέχεια, αφήνοντας τα τέσσερα παιδιά της να μεγαλώνουν το ένα το άλλο, επιφορτισμένα με ευθύνες που δεν είναι της ηλικίας τους. Συνθήκες που έχουν ως αποτέλεσμα, η Βίκυ να έχει χαμηλούς βαθμούς στο σχολείο αλλά και χαμηλή αυτοπεποίθηση εξαιτίας  και της βίας και της καταπίεσης που ασκεί σ’αυτήν ο μεγάλος της αδελφός.

Αν αναζητούσαμε ενόχους για την κατάσταση της Βίκυ, η οποία από μέλος μιας συμμορίας κοριτσιών, καταλήγει στο τέλος της ταινίας σε βαποράκι, μέλος σπείρας διακίνησης ναρκωτικών, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ευθύνη φέρει και το σχολικό σύστημα . Παρά τα παρακάλια της, δεν της επιτρέπεται να πάει στο λύκειο, αλλά μόνο σε μια επαγγελματική σχολή. Είναι ενδεικτικό ότι στη σκηνή της διαγραφής της από το σχολείο, η σκηνοθέτιδα επιλέγει να μη δείξει το πρόσωπο της σχολικής συμβούλου, αλλά ακούγεται μόνο η φωνή της….Στη σκηνή αυτή, βλέπουμε  με υποκειμενικό πλάνο μόνο το πρόσωπο της ηρωίδας και τις αντιδράσεις της, τις ικεσίες της για μια δεύτερη ευκαιρία, η οποία δεν της δίνεται. Αρνούμενη να εγγραφεί σε επαγγελματικό σχολείο, ζητά επιτακτικά να πάει στο λύκειο όπως όλοι οι άλλοι. Δεν θέλει να διαφέρει. Δεν θέλει να ακολουθήσει την προκαθορισμένη οδό μιας ζωής χωρίς προοπτική και όνειρα….Δεν βλέπουμε όμως κανένα σημάδι κατανόησης από την ομιλήτρια χωρίς πρόσωπο…

Βγαίνοντας από το σχολείο, εντάσσεται σε μια ομάδα-συμμορία κοριτσιών που φαίνονται μεν επαναστατημένα  και χειραφετημένα, ανήκουν όμως στο ίδιο περιθώριο με τη Βίκυ, και υποδύονται μόλις γυρίσουν στο σπίτι τον ίδιο ρόλο με αυτήν….της αδερφής-μάνας, του θύματος…Θύματα που παριστάνουν τους θύτες στον ελεύθερο τους χρόνο, με μικρές παρανομίες και εκφοβιστικές συμπεριφορές. Κοριτσάκια καταπιεσμένα από την οικογένεια, χωρίς το κουράγιο να ξεφύγουν απ’αυτήν, υποδύονται ρόλους που τους απεκδύονται μόλις γυρίσουν στο σπίτι, όπου τους περιμένει είτε ένας καταπιεστικός πατέρας είτε ένας καταπιεστικός αδελφός…Πρόκειται για συνοικίες Γάλλων αφρικανικής καταγωγής, υποβαθμισμένες οικονομικά και κοινωνικά μεν, διατηρώντας ωστόσο ένα συντηρητικό πυρήνα….

Ενδιαφέρουσα στην ταινία είναι και η σημειολογία της εξωτερικής εμφάνισης….Συμπεριφορικά τα κορίτσια δρουν εκφοβιστικά και δυναμικά, επιμένοντας ωστόσο στη θηλυκότητα της εμφάνισής τους. Όταν η αρχηγός της συμμορίας, Λαντί, ξεφτιλίζεται σε μια μάχη από την αρχηγό της αντίπαλης συμμορίας, διασύρεται, τόσο από τους συνομήλικούς τους, που ανεβάζουν την ταινία στο ιντερνετ, όσο και από τον ίδιο της τον πατέρα, που την κουρεύει σαν αγόρι. Το γυμνό γυναικείο σώμα επίσης σε δημόσια θέα είναι από μόνο του μια τιμωρία με το ένδυμα να λειτουργεί σαν άμυνα. Η νικήτρια σε κάθε μάχη συμμοριών είναι αυτή που θα αφαιρέσει το μπλουζάκι της αντίπαλης της…η Βίκυ όταν εκδικείται τον εξευτελισμό της Λαντί, δεν μένει μέχρι εκεί. Ντυμένη σαν αγόρι, αφαιρεί και το στηθόδεσμο της αντίπαλης με ένα μαχαίρι και το επιδεικνύει σαν λάφυρο όταν γυρνά στο σπίτι, στον αδελφό της που την εκτιμά για πρώτη φορά και σαν ίση ( ή όμοια;;;) με αυτόν της επιτρέπει να παίξει μαζί του ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι ποδοσφαίρου.

Στο τέλος της ταινίας να την δούμε να αισθάνεται ασφάλεια με την αντρική της περιβολή και να κρύβει  κι αυτό ακόμα το στήθος της ώστε να συναναστρέφεται με τα υπόλοιπα μέλη της σπείρας ως ίση και να μην δέχεται παρενοχλήσεις σεξουαλικές.. Μια κίνηση ίσως καθοδηγημένη και από την αντίληψη περι τιμωρίας του περιβάλλοντος από το οποίο είχε φύγει όταν διαδόθηκε ότι έκανε σεξ με ένα φίλο του αδελφού της. Το ίδιο αγορίστικο κόψιμο μαλλιών που υιοθετεί, το είδαμε και στη Λαντί, όταν την τιμώρησε ο πατέρας της για την εμπλοκή της στη μάχη με την αντίπαλη αρχηγό. Πρόκειται για εικόνες που επανέρχονται, συμπεριφορές που επαναλαμβάνονται και φωτίζουν τα κίνητρα των πράξεων της πρωταγωνίστριας με τη σημειολογία τους.

 Η Βίκυ, δεν ξεφεύγει από τους ηθικούς κώδικες του πρώην περιβάλλοντός της και αυτοτιμωρείται καταπιέζοντας την γυναικεία της φύση…Ισως ακόμα και να την εξερευνά όπως δείχνει και η σκηνή με το χορό. Παραμένει όμως δέσμια των επιλογών τόσο των δικών της όσο και της οικογένειάς και της κοινωνίας, με τον στιγματισμό και την απόγνωση να είναι το τίμημα της απόφασης για αυτοκαθορισμό και χειραφέτηση με μια μπερδεμένη και συγκεχυμένη αντίληψη περί ελευθερίας και επαναπροσδιορισμού της ζωής της, όπως επιπόλαια και συγκεχυμένα, μόνο μια δεκαεξάχρονη μπορεί να κάνει. Ίχνη αυτής της πάλης, φαίνονται στην εξωτερική  της εμφάνιση….Ο φακός εστιάζει ακόμα και στο ίσιωμα των ώμων (όταν η Βίκυ πλένοντας πιάτα αποφασίζει να αλλάξει), στην τελετουργική σχεδόν πρακτική του μακιγιάζ, και στη μεταμόρφωση των προσώπων.

Ηδη από την αρχή, το ντύσιμο φαίνεται να παίζει τεράστιο ρόλο στη συμμορία των κοριτσιών. Σκοπός της συγκέντρωσης χρημάτων είναι η αγορά  ή η κλοπή ακριβών ρούχων και η θεατρική σχεδόν υπόδυση ρόλων σε δωμάτια ξενοδοχείων στα οποία πάνε για να φάνε, να πιουν, να χορέψουν, ντυμένες «σινιέ». Η συμμορία των κοριτσιών δεν είναι τίποτα άλλο από μια παρέα από κοριτσάκια που παιδιαρίζουν....Με τη Βίκυ, να είναι η μόνο που παίρνει τον «κακό» δρόμο και να στιγματίζεται, κάτι που δεν περιμένει να δεί σίγουρα στο τέλος ο θεατής. Η Βίκυ ήταν αρχικά το πιο αδύνατο και παθητικό μέλος της ομάδας και στο τέλος την ξεπερνά. Από Vic-tim γίνεται Vic-torious…..

Στιγματισμένη και μόνη στη σπείρα διακίνησης ναρκωτικών, έχει ως μοναδική σανίδα σωτηρίας το αγόρι της που κι αυτός όμως αντιδρά στην νέα  της εξωτερική εμφάνιση.. Της ζητά ωστόσο να την παντρευτεί, προσπαθεί να τη βοηθήσει όπως ο ίδιος αντιλαμβάνεται τη βοήθεια που δεν είναι άλλη από την αποκατάσταση της τιμής της με ένα γάμο. Αυτή αρνείται, αρνούμενη στην ουσία τον πατριαρχικό πυρήνα των κοινωνικών αντιλήψεων του περιβάλλοντός της… Ένας έγγαμος βίος, ένα παιδί, μια ζωή στη βιοπάλη δεν είναι ικανά να την μεταπείσουν και δεν την ικανοποιούν. Η σκηνή αυτή της άρνησης, μας θυμίζει την αντίστοιχη σκηνή με την Ida και τον σαξοφωνίστα στην ταινία του Παυλικόφσκι… Η ταινία τελειώνει με ένα αινιγματικό τρόπο αφού δεν είναι σαφές αν η Βίκυ γύρισε στο σπίτι της, ή όχι…Το μόνο σίγουρο, είναι το μαύρο σκοτάδι της απελπισίας που βρίσκεται, αφού η ηθική της σπείρας στην οποία έμπλεξε κάθε άλλο παρα την ικανοποιεί και της ταιριάζει….Έχουμε το ίδιο μοτίβο αυτοτιμωρίας που είδαμε και στην ταινία Ida με την αποφασιστικότητα στην τήρηση προσωπικών επιλογών, κοινωνικά ωστόσο προδιαγεγραμμένων και ετεροκαθορισμένων.

 

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Η λίστα ιστολογίων μου