Τρίτη, 11 Αυγούστου 2015

Θερινή Φρουτοπία


Εικόνες και φράσεις από το κυπριακό καλοκαίρι . Όταν τα φρούτα του καλοκαιριού γίνονται θέμα συζήτησης:

"έφα πολλά σήμερα, κανεί" : λέγεται περί σύκων, που΄έκαναν την εμφάνισή τους, αισίως, μεσούντος Αυγούστου. Όπου πάεις θα σου δώκουν να δοκιμάσεις σύκα που την αυλή τους με το κλισέ " φάε να δεις ίντα σύκα, όη πελλάρες". Μεσα στη συμπτωματολογία των μανιακών με τα σύκα τους είναι και η τάση να ακυρώνουν όλα τα υπόλοιπα. Ισχυρίζονται μετα βεβαιότητος  ότι τα άλλα που εδοκίμασες  έχουν σκουλούτζια, έννεν γλυτζιά, εν ματζίλες δίχα γεύση, ενώ όλοι όσοι έχουν μια φτίρισσα συτζιά ισχυρίζουνται ότι κάμνει σύκα σμυρνέικα. Τέλοσπάντων...

" εν εξανάφαα έτσι γλυτζιά" : λέγεται περί παττίχας, δευτερόλεπτα αφότου μαχαιρώσεις το καρτούππι το γλυτζιή, ο λόγος άλλωστε που προσφέρθηκες να την κόψεις, ώστε να το προλάβεις εσύ πρώτα. Είναι και που ακρίβωσε, είναι και που έχεις τη μέση σου, είναι και που την σαπούνιζες με ευλάβεια στο νεροχύτη, αξίζει της να την παινέψεις..Σκέφτου να την εφύτευκες τζιόλας..Βέβαια, τελευταίες ειδήσεις κάμνουν λόγο για παττίχες μινιατούρες, να τις βάλλεις μέσα στην πούγκα σου να πηαίννεις στη δουλειά και να την κόφκεις φέτες σαν το μήλο..εννα το ζήσουμε τζιαι τούτο...

"έσιει κκεράζια": φράση που λέγεται σε κάποιον που άνοιξε με απελπισία το ψυγείο πέρκι πετύχει κανένα λυξιό, ή μόλις εποσσιέπασε πάνω που την μαείρισσα και την είδε πλυμμένη, καθαρή και φυσικά...όφκαιρη ( τάση των νοικοκυρών αυτή: να πλένουν τη μαείρισσα, να την σφογγούνκαι να την κουρτίζουν πάνω στο μάτι της κουζίνας, ετοιμοπόλεμη για καινούργια καλοφαία). Όσο κόκκινα, όσο ζουμερά τα κκεράζια, τόσο απογοητευτικά. Δεν ιξέρω γιατί.

" παπουτσόσυκα έφαες;" : επειδή πρέπει να φάεις λλία, άμπα τζιαι στουππώσει ο κώλος σου, θεοποιάς τα. Ασε που εν ούλλα σχεδόν προϊόν κλοπής. Έσιει δε που εν ττερλακκήες των παπουτσοσύκων. Κουρτίζουν μια κοσσέρβα πάς στη βέρκα, μπαίνουν μέσα στο διπλοκάμπινο και δεν αφήνουν ξεραίλα παραπονημένη. Με μαεστρία γραπώνουν το παπουτσόσυκο, αποκεφαλίζουν το, γυρίζουν το ττενεκκούι σβέλτα που την άλλη και αισθάνονται οι βιρτουόζοι του παπουτσόσυκου. Κανόνας: το καππελί το χακκί και η φανέλα η ξιμάσχαλη η πουκατινή η άσπρη. Κλατσούδα επίσης άσπρη με παπούτσι μαύρο δερμάτινο. Εξορμούν κυρίως χαραμα του φου να μεν τους δει κανένας. Βέβαια, ίντα κλεψιά, αφού εν μέσα στις στράτες και σε φραμούς οι παραπάνω, εν άγρια φύση και μου κάμνει εντύπωση που βλαστούν πάντα έξω που τα περβόλια, έξω που τους φράχτες.  Αν τους πεις τίποτε θα σου πουν " αφού εν τα κόφκουν, εν καλύττερα να λίσουν;" Ασε δε η τελετουργία του καθαρίσματος. Ούτε χειρούργος τέτοια επιδιεξιότητα στα μαχαίρια και τέτοια σταθερότητα στα δάχτυλα. Κόφκουν το που πάνω, σσίζουν το τζιαι χλουπ τζείνο τζιυλά έξω σαν το νεογέννητο. Ωραία λιχουδιά τα παπουτσόσυκα, όμως μεν μου πείτε...Αλλά αν φάεις πολλά, μόνο με ανοιχτό λάστιχο που πιτά με πίεση μεσα στον πισινό, απαλλάσσεσαι που το στούμπωμα.

" εφκήκεν το σταφύλι" : φράση που καρτεράς που τον Ιούνη, μόλις πιάσουν οι πυράες. Πρώτα φκαίνει τζείνη η ανεκδιήγητη όξινη και μικροσκοπική σουλτανίνα που την τρώεις εντούτοις ούλλον όρεξη προσπαθώντας να αφαιρέσεις ταυτόχρονα που το κλωνί τους καμια δεκαπενταριά ρώγες για να τες βάλεις ούλλο βούκκο.... με αποτέλεσμα κάποιες να πέσουν χαμέ και να σου πέσει και το κοντρόλ στην προσπάθειά σου να τις πιάσεις, η να πέσεις εσύ κάτω όταν τις πατήσεις αχάπαρος την ώρα που πάεις στην τουαλέτα γιατί έχει διαφημίσεις. Σωστά καταλάβατε. Το σταφύλι και η τηλεόραση πάνε μαζί. Στις 80 τοις εκατόν των περιπτώσεων, επειδή τραβάς άτσαλα το σταφύλι να το φάεις, τρώεις τζιαι το κοτσανούι τους που ευτυχώς φτύννεται εύκολα. Φέρνεις το έγκαιρα στους κοπτήρες κρατάς το μέχρι να πολευτερωθεί το σιέρι σου να το τραβήσει. Στις 90 τοις εκατόν των περιπτώσεων κρατάς το τζιαι θωρείς το τζιόλας πριν να το πετάξεις, τραβώντας την τζιεφαλή σου πίσω., λες τζιαι θα σε ακκάσει. Μετά έρχεται η ωραία περίοδος που διανύουμε με τα σταφύλια τα ωραία, τα αμπελίσιμα, αν τα πετύχεις βέβαια, αν σου φέρει κανένας γιόρκιν ή γοράσεις καμιά τσεντούα από πλανόδιο. Είναι τα μόνα σταφύλια των οποίων τρώγεται η κοκκόνα. Έν έχουν λάθος. Είναι και τα άλλα τα ολοστρόγγυλα τα τσακριστά, ποτζείνα που εικονίζουν οι πίνακες με τις νεκρές φύσεις. Είναι υπέροχα όλα. Αγαπούμε σταφύλι. Τέλος. Ειδικά αννεν τζιαι κλεψιμιό, μούχτιν ή φυσικά γιόρκι.

"Εσιει τζιαι πιπόνι" : Τζείνο το τζιαι λαλεί τα ούλλα. 'τζιαι πιπόνι", όχι "πιπόνι". Αχ. Το πιπόνι είναι στη διαβάθμιση. Και το καημένο εν τόσο γλυτζιή, τζιαι τόσο συνεργάσιμο με τις κοκκόνες ούλλες σε έναν τόπο, μικρό, εύκολο να το καθαρίσεις, ωφέλιμο. Το καημένο θα το δεις μέσα σε τζιέλια κομμένο, θα το δεις παραγεμωσμένο με τζέλια, γενικά το πιπόνιν ο εσυνδυάσαμεν το με τα τζέλια. Αδικία, μεγάλη αδική να είναι τόσο μουσκομυρισμένο και να είναι το πρώτο που θα σαπίσει μέσα στην γαβάθα και θα συνάξει μουγιούθκια. Είναι μεγάλη αδικία, επιμένω.




Αυτά προς το παρόν. Πάω να χτυπήσω κανένα συκούι με καμιά φέτα χαλούμι.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Η λίστα ιστολογίων μου