Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

Της νύχτας τα καμώματα


Νυχτερινή κρίση λαιμαργίας. Επιδρομή στον κοντινότερο φούρνο. Περήφανος βηματισμός μπροστά από τα σινιά με τις πίτσες, τις τυρόπιτες, τα ντόνατς και τα δευτεροκλασάτα άλλα αλμυρά. Ενδελεχής εξέταση σαλατών και περισυλλογή μπροστά από την ψησταριά.

Αγόρασα ένα γάλα και μια κοτόπιτα ( τί άλλο). Χαϊδεψα φεύγοντας, το ψυγείο με τα παγωτά και αναστέναξα δίπλα από το μηχάνημα με τις γρανίτες. Είχε προτεραιότητα το καρυδάκι στο ψυγείο.

Εξέρχομαι του΄φωτισμένου πάλκου του φούρνου με καμιά δεκαριά ζευγάρια μάτια να με κοιτάζουν από τις σκοτεινές καμπίνες των αυτοκινήτων που είναι παρκαρισμένα στο ντραηβ-ιν της γαστριμαργικής μας κωμωδίας. Καθώς αγωνίζομαι να καταλάβω από ποιά πλευρά με συμφέρει να κόψω την σαραβάλα μου, η ματιά μου πέφτει σε ένα ζευγάρι ολοκόκκινα μάτια, λυπημένα, ζωγραφισμένα με την απόγνωση που έχουν τα δικά μου μετά από έναν τοξικότατο σε λόγια καυγά, ή ένα γερό υπαρξιακό κλάμα. Δυο απελπισμένα, απογοητευμένα μάτια σε ένα ψιλοκουρεμένο κεφάλι Πολωνού, καθισμένου σε ένα σαραβαλάκι χειρότερο από το δικό μου.

Με προβληματίζει συχνά η ψυχολογία των ανθρώπων που ψάχνουν ένα καλύτερο μέλλον σ' αυτην την ξερονησίδα της Μεσογείου. Πριν λίγα χρόνια, είδα στο φαρμακείο μια δίμετρη Ρωσσίδα καλλονή να αγοράζει Σεροξατ. Απο περιέργεια, μπήκα στο ιντερνετ. Σεροξατ: αντικαταθλιπτικό...

Μπαίνω στον κύριο δρόμο. Μια συμμαθήτρια μου περπατάει μόνη της. Δεν την κατάλαβα. Είχα την εντύπωση ότι είχε αδυνατίσει σε σημείο ανορεξίας. Είχα την εντύπωση ότι απαλλάχτηκε από την τεράστια μεσογειακή της περιφέρεια. Όταν κοίταξε για να διασταυρώσει, είδα ότι το κουρασμένο σαρκίο που έσερνε τα βήματα του μπροστά μου είχε το όμορφο πρόσωπο μιας παιδικής μου φίλης. Αυτή είναι η Χ. ναι. Τώρα είναι ξανά αυτή που ήξερα. Γιατί αγωνίζονται οι άνθρωποι να γίνουν κάτι άλλο από αυτό που τους έχουμε συνηθίσει και τους έχουμε αγαπήσει; Προσπέρασα. Δεν με είδε. Παρακάτω ένας ντελιβεράς ακουμπάει στο παρκαρισμένο του μηχανάκι και χαζεύει το κινητό του.

Στρίβω στη γειτονιά με το πεζουλούϊ. Ενας μαύρος σκουπιδοτενεκές. Το γιασεμί τραγικά κοινότοπο. Δύο εξηντάρες με ρόμπες και παπούτσια αθλητικά ( μάλλον μεταχειρισμένα των κόρων τους) περπατούν γρήγορα για να προλάβουν το έμφραγμα. Στο ραδιόφωνο η " Σφεντόνα" του Παπακωνσταντίνου. Πάλι κλαίω. Δεν ξαναστρίβω ξανά από εδώ.
Καλημέρα σας...

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Η λίστα ιστολογίων μου