Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009

Βρε, βρε ,βρε...


Καλώς τους! Εμείς κι εμείς από δώ και εμπρός. Δεν ξέρω αν κάνετε γούστο να με διαβάζετε, κάνω όμως γούστο να σας διαβάζω εγώ και σας επέλεξα από τον υπόλοιπο συρφετό για να δικαιούστε να μπαίνετε όποτε θέλετε. Έχω μπόλικο νερό στο ψυγείο και πορτοκαλάδες, παγάκια, γάλα, καφέ και μπισκοτάκια με γεύση φράουλα, μπανάνα και σοκολάτα. Είχε και με πορτοκάλι αλλά τα έφαγα. Είστε 7 όλοι κι όλοι. Ο Λάκης, η Ηλιόδεντρον, ο Λάζαρος, η Νέρη, ο π.Καποδίστριας, ο Σκόντε, ο Δέμων.

Σ'ευχαριστώ Λάκη για τα ωραία διηγήματα σου και συγνώμη αν κάποτε οι κριτικές μου ήταν αψυχολόγητες.
Σ'ευχαριστώ Ηλιόδεντρον για την υποστήριξη σου και για την ευαισθησία σου που έρχεται πάντα μαζί σου σαν την περισπωμένη του αγαπώ.
Σ'ευχαριστώ Λάζαρε για ό,τι μοιραστήκαμε στα ποστ που έγραφες και στα τραγούδια που ανταλλάξαμε.
Σ'ευχαριστώ Νέρη για τα αβοκάτο :))
Σ'ευχαριστώ π. Καποδίστρια για τα ποστ σας που μας ταξιδεύουν στο Ιόνιο και στον πολιτισμό του και για τα ποιήματα σας. Σ'ευχαριστώ που τόσα χρόνια, τόσα μπλογκ, ΄δεν με ξεχνάτε και με ειδοποιείς για ποστ που κρίνεις πως θα με ενδιέφεραν. ( από τον καιρό που μπλέχτηκα με τα κυπριακά ιστολόγια αμύνομαι συνεχώς σε επιθέσεις και δεν έχω χρόνο να περιηγηθώ στα παλιά λημέρια όπως άλλοτε..)
Σ'ευχαριστω Σκόντε που με κάνεις και γελώ με τα κολλάζ σου.
Σ'ευχαριστώ Δέμωνα για τα ποιήματα σου και την υποστήριξη σου στου Διάσπορου όταν κανείς άλλος δεν αντέδρασε στις επιθέσεις των ανωνύμων.

Από δώ και μπρός θα είμαι πιο άνετη και δεν θα προσέχω καθόλου. Σας έχω βαφτίσει αδέρφια μου και αν δεν το επιθυμείτε μπορείτε απλά να καταχραστείτε της εμπιστοσύνης μου. Μπορεί να το κάνω και φέησμπουκ εδώ μέσα και να βάζω και φωτογραφίες και σελίδες πραγματικού ημερολογίου.

Η τουαλέτα είναι στον διάδρομο, πρώτη πόρτα δεξιά.
Από το μπαλκόνι φυσάει ωραίο αεράκι. Τασάκια θα βρείτε στο σύνθετο.

Καλωσορίσατε!!! :))))))))

Αιγιαλούσης επίσκεψις

Κυριάκου Χαραλαμπίδη


«[…] Ήθελα το ποίημα τούτο να ηχήσει ως μία καταγγελία για τη συνεχιζόμενη καταπίεση ανθρώπου από άνθρωπο, για την αδικία που γίνεται μπροστά στα μάτια τού
κόσμου, στο φως της ημέρας. Αναρωτιέμαι ωστόσο συχνά, μήπως αυτό είναι παράφωνο
και παράκαιρο: Να μιλάς σε μια γλώσσα, το περιεχόμενο της οποίας άλλοι θεωρούν παρωχημένο. Να επιμένεις στη μνήμη, την ώρα που οι άλλοι θεωρούν
ότι γκρεμίζεις τις γέφυρες επικοινωνίας. Να επιποθείς την πατρίδα σου, να τη στήνεις
εμπρός σου, ως όραμα και ως θάμβος, την ώρα που οι άλλοι μιλάνε για τετελεσμένα
και «πραγματικότητες».
Η παραμυθία σου αυτή λογίζεται ως παράκαιρη, γιατί δεν
αποσβένει το κακό που βρήκε το νησί και αφήνει τα πράματα να καταλαγιάσουν.

Θα επιχειρήσω μιαν απάντηση όσο γίνεται απλή: Ο άνθρωπος, όλοι το ξέρουμε,
«είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο»(Σεφέρης). Όμως αυτό δεν καθορίζει και την ουσία,
του, απλώς χαράσσει τα βιολογικά όριά του. Αλίμονο αν μέναμε σ’ αυτά –τέκνα μονάχα
της φθοράς! Η αληθινή φύση του ανθρώπου είναι να αίρεται πάνω από την «αφύσικη»
φθαρτότητα, χάρη στη δύναμη του πνεύματός του. Το θηκάρι του πνεύματος είναι η
μνήμη, η μόνη πατρίδα της ψυχής του ανθρώπου –χωρίς αυτήν αυτός δεν εννοείται.
Όταν λοιπόν επιμένουμε στη μνήμη, τον άνθρωπο υπερασπιζόμαστε και την ουσία του.Κι είναι μαζί μας χορηγός η πίστη, οπού δεν έχει άλλο προορισμό από την ανίχνευση και προβολή των ευγενών στοιχείων τής ύπαρξης.

Τελικά είναι ζήτημα ευαισθησίας. Το ν’ αγαπάς την πατρίδα σου σωστά (ή να καλλιεργείς, όπως γράφω αλλού, «την επιστήμη τής αγάπης για την πατρίδα») απορρέει από τις εσωτερικές σου ρυθμίσεις, δηλαδή το βαθμό ευαισθησίας σου. Όντως αυτή
αποτελεί την πρώτη ύλη της μνήμης και συναιρείται με τη διαπίστωση ότι «το ευγενέστερο στοιχείο μας είναι το τρέμισμα της ψυχής μας» (Γκαίτε), η άκρα δηλαδή
ευαισθησία. Μιλώντας συνεχώς για τη μνήμη, είναι ωσάν να στήνουμε βωμό στην ίδια τη Μνημοσύνη, την πολύτεκνη θεά, μητέρα των εννέα Μουσών. Αυτήν που γεννάει
τις τέχνες, τα γράμματα, την επιστήμη, τον πολιτισμό, τα στοιχεία εκείνα που καταξιώνουν τον άνθρωπο. Και πρέπει να τον θεωρούμε καθώς του αξίζει, κατακυρωμένον ως ύπαρξη, με όλη την πολυπτυχία του. Εάν αφαιρέσεις τη μνήμη του,
αμαυρώνεις τη δόξα του και μειώνεις το κύρος του.

Ας το θέσουμε αλλιώς, αγγίζοντας επί τον τύπον των ήλων: Πώς θα συνομιλήσεις με τον
άλλον, σα θα ‘χεις απομείνει χωρίς πρόσωπο; Μια σωστή «επαναπροσέγγιση» δεν θα έπρεπε ν’ αποκλείσει θεμελιακά στοιχεία του ανθρώπου, με συντελεστή αναγνώρισης
την ίδια τη μνήμη. Πόσο μάλλον στην περίπτωση τής Κύπρου, όπου η συνομιλία γίνεται ουσιαστικά μεταξύ ψευδοκρατιδίου από τη μια και μνήμης από την άλλη.

[…[ Γιατί αν αφαιρέσεις το υπόστρωμα και κολοβώσεις την ανθρώπινη αξία, το μόνο που μπορείς να επιτύχεις είναι μια ανάπηρη συμβίωση κατά συνθήκην. Η λύση βρίσκεται στη «φοβερά προστασία» της παραδοχής: ν’ αποδεχτείς ανομήματα επτασφράγιστα. Πράξη λυτρωτική και για τους δυο σας. Πρώτα ο παθός δε θα έχει λόγο ν’ αποκρύβει
-από φόβο κι αδυναμία- τη μόνη περιουσία της ψυχής του. Και συ, από την άλλη, θα έχεις ξεπληρώσει το μερίδιο της ενοχής σου, ομολογώντας εκείνο που τού όφειλες.
Αυτό θα πει σωστή συνομιλία: αποδοχή (καθ’ ομολογίαν) –κι επομένως αναίρεση –
των αδικημάτων για να ζήσετε πλέον μαζί εν αληθεία.
Κοντολογίς σ’ αληθινή
κοινωνία.

[…] Όταν αναμέσον των ανθρώπων ο πονηρός εναποθέτει δαίμων σπέρματα διχασμού,
είναι η σειρά των τέκνων της Μνημοσύνης να εξεγερθούν. Είναι η στιγμή ν’ απαιτήσουν
τα απαράγραπτα δικαιώματα της ουτοπίας. Και να υπενθυμίσουν –άλλωστε ο Σωκράτης
είπε τη γνώση «ανάμνηση» -ότι ο άνθρωπος αληθινά γνωρίζει τον εαυτό του με το διάδημα της μνήμης, αυτή τον ποιεί βασιλέα. Ώστε η απάλειψη της μνήμης μαρτυρεί
τους στενόκαρδους, που δεν μπορούν να κοιτάξουν τον άλλο καταπρόσωπο. Άμποτε
να είχαν και οι δύο το σθένος να ειπούν: Αυτά που γίνηκαν είναι καταχωρισμένα βαθιά
μέσα στη μνήμη, που πολιτογραφεί τον πόνο του ανθρώπου. Δεν παραγράφονται ως
πόνος, ανήκουν στο κοινό ταμείο των λαών. Και τούτο μας ενώνει, κρατώντας ο καθένας
το αναλογούν από τη μνήμη του, ως αναγκαίο και πολύτιμο συστατικό της ύπαρξής του.

[…] «


Αιγιαλούσης επίσκεψις ( απόσπασμα)

"Δεν είδα, η αλήθεια, τα παιδιά μου
αλλ' άκουσα στο ράδιον τη φωνή τους.
Γλυκότερο δεν άκουσα μες στη ζωή μου ήχο,
που ο κάλλιος θα τον ζήλευε βιολάρης.
....

Δυο μέρες πριν να φύγουμε ήρτε
εκείνος
που θα στρογγυλοκάθονταν στο σπίτι.
Γυρεύει το κλειδί. Του λέω: "Εγώ κλειδί δεν έχω και δεν έχει το χωριό μας.
Εμείς ξεκλείδωτα είχαμε τα σπίτια
γιατί κανένας δεν καταδεχόταν
να μπει στου άλλου την αυλή".

Δεν είπε τίποτα, έφυγε, ξανάρτε την άλλη μέρα. Του είπα:"Έλα πιάσε τούτο το πιάτο, φώναξε το σκύλο
να του το δώσεις να σε συνηθίσει,
για να μην κλαίει το κτηνόν μας όταν θά 'χουμε φύγει". Το έπιασε,
του φώναξε, όμως ο σκύλος τού 'δειξε τα δόντια.

Χαμαί το πιάτο. Κίνησε να φύγει.
Του λέω:"Μία χάρην από εσένα,
έπαρε ως αύριον 'πομονήν στ'ανάθεμα να πάμεν κι ύστερα νά 'ρτεις νά 'μπεις μες στο σπίτι".
Δεν είπε τίποτε και γύρισε να φύγει
της Ιοκάστης παίρνοντας μαζί του τη σιωπή.

Την άλλη μέρα έδεσα τον σκύλο
να μην μας ακλουθά, το πλάσμαν του Θεού.
Του έβαλα φαί, νερό κι εμπήκαμε
ο άντρας μου κι εγώ στο φορτηγό.

Στο δρόμο που πηαίναμεν ελάλουν
έχει δυόμιση χρόνους να τους δω
τους τρεις παλίκαρούς μου. Ήμουν ήρεμη.
Άμα εφτάσαμε κοντά στο Λήδρα Πάλας,
δυο-τρεις ειρηνευτές εσκαρφαλώσαν
να κατεβάσουσιν τα πράματά μας. Στη βιασύνη, χωρίς περίσκεψη, επετάξαν μου τες γλάστρες
και μου τες εσπάσαν ανυπεράσπιστες.

Δεν άντεξα κι όσα είχα μαζεμένα
ψιχάδια τ' ουρανού και της θαλάσσου
τ' αφήκα να μουσκέψουνε το χώμα."



( ευχαριστώ για την αντιγραφή των αποσπασμάτων την Ηλιόδεντρον. Την ευχαριστώ όμως και για πολλά άλλα, κυρίως όμως που με έκανε να εντρυφήσω συστηματικά στην ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη και να συνειδητοποιήσω πόσο μεγάλος ποιητής είναι)

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Η λίστα ιστολογίων μου