Τρίτη, 28 Ιουλίου 2009

Τα τείχη


Ακούμπησα τη φωτογραφική μου στην αμμουδιά και έτρεξα να προλάβω το κύμα που έβλεπα να κατεβαίνει ετοιμοθάνατο. Ένας πελώριος ταύρος, έτρεξε και μάσησε την φωτογραφική. Δεν πρόλαβα το κύμα και για την φωτογραφική ήταν ήδη αργά για να τρέξω. Είχαν ήδη εκπνεύσει και τα δύο.
Το σκυλάκι της πλατείας κολυμπούσε δίπλα μου και στην προσπάθεια του να με πλησιάσει, με πλήγωσε με τα νύχια των μπροστινών του ποδιών, που με πανικοβλημένες κινήσεις παλευαν να το κρατήσουν στην επιφάνεια και να το προωθήσουν μπροστά.
Μέσα στην θάλασσα κι ένα δερμάτινος μαύρος καναπές , ένα γραφείο, ένα πιάνο κι ένα κομοδίνο. Όλα να επιπλέουν, χωρίς ωστόσο να απομακρύονται το ένα από το άλλο. Ο Ι. με ρώτησε που είναι οι υπόλοιποι. Από το γραφείο η φωνή ενός διευθυντή, χωρίς πρόσωπο "Δεν έπρεπε να απομακρυνθείτε τόσο πολύ. Τώρα, δεν θα προλάβετε. Οι πόρτες θα κλείσουν όπου νά'ναι". Καβάλλησα το κομοδίνο και το βύθισα. Εβλεπα από μια γωνιά τον εαυτό μου σαν να αιωρείται στα κύματα και καμάρωνα. Πόσο όμορφος ήταν ο Ι. όταν με ρώτησε "αν είμαι καλά"! Πόσο ομορφαίνουν οι άνθρωποι, όταν αιωρήσαι και ουρείς στο συρτάρι ενός κομοδίνου!
Η ιδιαιτέρα με έσπρωξε σε μια σκάλα. "Δεν θα'σαι καλά που θα ανέβω σε μια οριζόντια σκάλα!" Ισορρόπησα στο πρώτο σκαλί και βούλιαξα στον πρώτο όροφο.Ένας μακρύς διάδρομος με φωνές να ακούγονται από παντού. "Τα κλειδιά τα έχεις;;" ακούγεται μια δυνατή από πίσω μου. "όχι!!!". "Βρες τον Ι. να στα δώσει, δεν θα προλάβεις το αεροπλάνο αν δεν βρείς τα κλειδιά. ". "Ι. Τα κλειδιάααααα..". Τα αα έγιναν μπουρμπουλήθρες. Μύριζε ψαρίλα παντού αλλά ο Ι. πουθενά.
Η μεταγωγική σκάλα που με εγκατέλειψε στον πρώτο όροφο, αντικατοπτριζόταν στον καθρέφτη του ταβανιού. Κοιτώντας προς τα πάνω, έβαλα με προσοχή το πόδι στο πρώτο βυθισμένο σκαλί. Βυθιζόμουνα σιγά σιγά, οι φωνές δυνάμωναν,και λίγο πριν πάρω την πιο δυνατή μου αναπνοή για να με φτάσει ως το γραφείο, τα κλειδιά φάνηκαν στην αριστερή άκρη του καθρέφτη. Άπλωσα το δεξί μου χέρι, και τα πήρα. Είχα όμως ήδη βυθιστεί. Εβαλα τα κλειδιά μέσα στο στηθόδεσμο και προωθήθηκα στο βάθος. Μπήκα σ'ένα τούνελ που με οδηγούσε στην είσοδο ενός αεροπλάνου. Η πόρτα όμως είχε ήδη κλείσει. Τίναξα τα νερά από πάνω μου και περιπλανιόμουν σε ένα τεράστιο αεροδρόμιο, μαζεύοντας από τις σχισμάδες του τσιμέντου, ολοκίτρινες μαργαρίτες. Όταν στέγνωσα, πήρα τα κλειδιά, τα δοκίμασα όλα ένα προς ένα, και μόλις το ένα και μοναδικό κατάφερε να αποκαλύψει τον αριστερό λοβό του εγκεφάλου, ξεκλειδώνοντας το αριστερό μου αυτί, τότε άκουσα την πιο υπέροχη μελωδία που υπήρξε. Ήταν όμως ήδη αργά. Είχε ήδη σκοτεινιάσει. Γέμισα τα κενά του κρανίου άσπρα πέταλα από τις μαργαρίτες, και προσπάθησα να τα κλείσω μέσα, όπως προσπαθούμε να κλείσουμε μια παραγεμισμένη βαλίτσα. Τα κατάφερα. Κλείδωσα, έβαλα τα κλειδιά κάτω από το χαλάκι, ξάπλωσα και περιμένω από τότε την σκάλα να έρθει να με πάρει από το μαύρο και έρημο αεροδρόμιο. Ας καθυστερήσει ακόμα λίγο μέχρι να μάθω το γιατί..

"Του θείου κλαυθμού σου βάθος"

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Η λίστα ιστολογίων μου