Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

Επάλληλα και κατακόρυφα (συνέχεια)

Αργησε να καταλάβει τί έγινε. Όπως έκλεισε την πόρτα πίσω της, είδε σειρά τα πλακάκια, βουβά και γκρίζα. Όποτε τύγχανε εγκατάλειψης, ή απογοητευόταν από κάτι, παρατηρούσε με θλίψη την μεταμόρφωση του χώρου. Η βουβαμάρα έπαιρνε τον λόγο και το κενό γύρω της την κατάπινε. Τελευταία, φωτογράφιζε τα πάντα. Με μόνο κριτήριο την ψυχική της κατάσταση: "εδώ κοίταζα όταν κατάλαβα πως δεν μ'αγαπά", "εδώ κοίταζα όταν μου είπαν απολύεσαι", "εδώ προσηλωνόμουν προσπαθώντας να μην κλάψω όταν μου είπανε εκείνα τα σκληρά λόγια". Δεν θα έβρισκες στο φωτογραφικό της αλμπούμ, δικές της φωτογραφίες. Οι δικές της φωτογραφίες ΄΄ηταν αποτέλεσμα του βλέμματος των άλλων. Η δική της εικόνα προέκυπτε από την πράξη της όρασης άλλων, και χρωματιζόταν από τον δικό τους ψυχισμό. Δεν της άρεσε να ανακατεύεται σε ξένες υποθέσεις. Σ'αυτή την καινούργια της δουλειά ωστόσο, της έτυχε μια κουτσομπόλα, κακεντρεχής και κομπλεξική συνάδερφος, που σχολίαζε κοροϊδευτικά τις πελάτισες και τις έπαιρνε και μάτι στα δοκιμαστήρια. Την φοβόταν, είναι γεγονός. Ανάθεμα την ώρα που παράτησε τις σπουδές της και τρέχει πωλήτρια και τηλεφωνήτρια, εδώ κι εκεί.
Είτε γιατί ήθελε άλλοθι, είτε για να μην της κολλάει και να της κάνει υποτιμητικά σχόλια, της είπε ότι ήταν αρραβωνιασμένη με κάποιο "Μάριο". Ντρεπόταν που μπήκε στην ανάγκη να πει τέτοιο ψέμα, και περισσότερο που υπέβαλλε την κολλητή της να ακούει κάτι ξεκάρφωτα "αγάπη μου" στο τηλέφωνο. Ακόμα δεν είχε καταλάβει γιατί έπρεπε να το κάνει. Ένας φανταστικός γκόμενος. Μα καλά είναι έφηβη;
Τί έχει πάθει; Τί σόϊ μικροαστικές ανάγκες και επιβεβαιώσεις έκρυβαν όλα αυτά;
Και άσε που αναγκαζόταν να περιμένει τάχα τον Μάριο στην στάση των λεωφορείων, μέχρι να σχολάσει η σουρτούκα η συνάδερφος.
Πήρε να κοιτάζει τις φωτογραφίες που τράβηξε.
Η απέναντι δεντροστοιχία έμοιαζε απελπιστικά ισομετρική και αν δεν διαμαρτύρονταν κάπως οι ρίζες των δέντρων στο χυμένο μπετόν, τότε η Άννα δεν θα προσηλωνόταν στα πλακάκια που ξεσηκώθηκαν και έμειναν σε στάση προσοχής, αποκαλύπτοντας ένα σκοτεινό στόμιο. Ήθελε να μπεί σ'αυτό το σκοτάδι, να κρυφτεί.
Ανάμεσα στις φωτογραφίες, και μια με έναν άντρα γύρω στα 40, με μπεζ παντελόνι και άσπρη φανέλα που εξείχε, γκρίζους κροτάφους και ίσια μαλλιά που ήθελαν κούρεμα. Ήταν μάλλον ο κάτοχος του κινητού και ο κάτοχος της πελάτισας με την οποία καυγάδισαν μέχρι να έρθουν. Δεν φαινόταν το πρόσωπο αφού το έκρυψε με τον αγκώνα για να σκουπίσει το μέτωπο με τον καρπό. Μια κίνηση απελπισίας, όπως και ο γρήγορος μεγάλος διασκελισμός του, η κίνηση του οποίου άφηνε μια άσπρη σκιά ανάμεσα στα σκέλη. Της άρεσε όταν αποτυπωνόταν η κίνηση. Περίεργο όμως. Η γυναίκα του διακρινόταν πολύ πίσω, στο βάθος, να μπαίνει σε άλλο αυτοκίνητο και να χαιρετάει μέσα στο κατάστημα ( που να ήξερε πόσο την θάβει η άλλη, οι χαιρετούρες την μάραναν). Τί αταίριαστο, περίεργο ζευγάρι αλήθεια! Μα καλά τί στο καλό πάθανε και μαλλώσανε; Για ένα τηλέφωνο;
Τέλοσπάντων, άς τα αφήσει αυτά τώρα, πρέπει να πάει πίσω στη δουλειά να πάρει το αυτοκίνητο.Πρέπει επιτέλους να σοβαρευτεί. Ούτε κατάλαβε πως βρέθηκε εδώ. Να: Όπως ήταν ζαλισμένη, ανέβηκε στο λεωφορείο που έφτασε, έδωσε μαζί του ένα γύρο στην πόλη και τώρα περιμένη από την άλλη μεριά αυτό που θα την πάει ξανά πίσω. Τα ήρεμα βλέμματα της συγκρατημένης απελπισίας των αλλοδαπών, η θλίψη και τα σπασμωδικά ξεσπάσματα χαράς κάθε που έβλεπαν ένα γνωστό που ανέβαινε εκείνη την ώρα στο λεωφορείο, της πρόσφεραν πολλές φορές περισσότερη αίσθηση πατρίδας από τις κακεντρέχειες και τα άγχη των ντόπιων. Κανείς δεν την παρατηρούσε για πάνω από ένα δευτερόλεπτο και χαζευε ο καθένας απ'το δικό του παράθυρο. Αυτό την ηρεμούσε αφάνταστα.

(συνεχίζεται)

Καλημέρα

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Η λίστα ιστολογίων μου