Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

Επάλληλα και κατακόρυφα


Το’ βλεπε, το ξανάβλεπε. Κι αν είναι κανένας επιτήδειος; Κι αν είναι καμιά παρέα που θέλει να σπάσει πλάκα; «Τι θες μωρή περαιτέρω επαφές και αηδίες. Όταν το βλέπεις ως υποκατάστατο, θα πεί ότι αποκήρυξες το ανθρώπινο και προσωπικό και παίζεις με τα όρια του απρόσωπου» . Πήρε να κοιτάζει ξανά τον αριθμό όπως τον έγραψε βιαστικά πίσω από έναν σκισμένο φάκελο. Αργά, αργά τον σχημάτισε στο κινητό. Επιλογές: Κλήση; Ή αποθήκευση; « Αντιλαμβάνεσαι νομίζω ότι από τη στιγμή που θα πάρεις τηλέφωνο, ακολουθεί ο φασισμός της επαφής, της δεσμεύσης. Του κοινότοπου, του συμβατικού, του φυσιολογικού. Χάνεται η ψυχοπαθολογία της άρρωστης διαδικτυακής επικοινωνίας, χάνεται το παιχνίδι και η διέξοδος. Σκέψου λιγάκι τι σε οδήγησε εδώ. Έχεις όρεξη και για άλλες πραγματικές απορρίψεις; Δεν είναι καλύτερα να σε απορρίπτουν γι’ αυτό που είσαι πραγματικά και όχι γι’ αυτό που φαίνεσαι» .\Πολλές φορές είχε κάνει αυτή τη σκέψη. Ότι δηλαδή, η ανωνυμία, παίζοντας με το απωθημένο επιθυμημένο, με τα όρια της ελευθερίας, του κλεφτού και του άρρωστου, είχε περισσότερο εαυτό από την επωνυμία. Την φόβιζε αυτή η διάσταση ώρες-ώρες και οσμιζόταν την σχιζοφρένεια να την πλησιάζει. Αποθήκευση. Όνομα; « Όνομα» ;
Αντρέας. Δεν ήξερε και κανέναν με αυτό το όνομα, θα έμπαινε και πρώτη θέση. Ναι αλλά πρέπει να ξεχωρίζει από το υπαρκτό του υπόλοιπου επωνυμαριού στη μνήμη του κινητού. « Μου. Αντρέας ΜΟΥ» Η κτητική αυτή αντωνυμία δεν σήμαινε τίποτα άλλο από το ότι το πρόσωπο αυτό ήταν πολίτης της κοσμάρας της, πολιτογραφημένος στη σφαίρα του φανταστικού. Του δικού της φανταστικού. Του δικού της πραγματικού.

Δεν ήξερε τι τον είχε πιάσει και έδωσε το τηλέφωνο του εκείνη τη νύχτα. Γούσταρε να βρίσει δια ζώσης, να εκτονωθεί σε μια άγνωστη που θα αντιπροσώπευε Εκείνη. Εκείνη, εκείνη, που του έριξε την αυτοπεποίηθηση και του έκοψε τα φτερά. Που τον χρησιμοποίησε και έπαιξε μαζί του και μετά τον παράτησε. Να πάει δουλειά σαν ζόμπι, να φυτοζωεί και να χτυπιέται μ’έναν υπολογιστή κι ένα σύρμα σ’ένα δωμάτιο γεμάτο καπνούς και αναμνήσεις. Να μιλάει επί τακτικής βάσης επί παντός επιστητού. Αυτός. Που εδώ και ένα χρόνο δεν μπορεί μισή κουβέντα να αρθρώσει, που γκαζάρει τα βράδια σε αδειανούς δρόμους, που βρίσκεται τόσο κοντά στην πιο σκοτεινή απελπισία. Δεν μπορεί να καταλάβει που την βρίσκει τόση όρεξη μπροστά από ένα πληκτρολόγιο. Ξεκίνησε να ακούει φανατικά μουσική μαθαίνοντας την παραμικρή λεπτομέρεια που μπορεί να αφορά ένα τραγούδι. Γνώριζε τους φόβους και τις αγωνίες μιας άγνωστης γυναίκας , μιας άρρωστης γυναίκας για την οποία γνώριζε τόσες λεπτομέρειες για την προσωπική ζωή, που πολλές φορές είχε πιστεί ότι απλά είχε να κάνει με μια μυθομανή. « Και τώρα τι κατάλαβες καημένε; Αφού δεν έχεις όρεξη εσύ για τέτοια, να δούμε φλυαρία στην άλλη γραμμή κι εσύ να βαριέσαι, να θέλεις να φωνάξεις, να βρίσεις, να το κλείσεις. Καλύτερα. Να κοπεί μια και καλή.» .

Εκλεισε την πόρτα πίσω της, πέταξε τη τσάντα με το παντελόνι στον καναπέ και έβγαλε τα παπούτσια. Άνοιξε μηχανικά τον υπολογιστή και πήρε να ακούει το τραγούδι που το είχε στείλει ψες. Τελικά, ένας άνθρωπος είναι σαν ένα τραγούδι. Έχει συνθέτη, στιχουργό, και εκτελείται από διάφορους. Καλά-κακά, εκτελείται. Τον πιάνουν στο στόμα τους, τον τσαλακώνουν, τον υπερεκτιμούν, τον καταστρέφουν, τον διαιωνίζουν. Τώρα γνώριζε τον στιχουργό. Τα μέτρα του συνθέτη. Σφυγμομετρούσε τις παύσεις που οδηγούσαν επαναλαμβανόμενες στον ρυθμό και στη μελωδία. Διάβαζε τις παρτιτούρες ενός αγνώστου. Κντουπ. Καινούργιο μήνυμα.

Hominus: den me pires tilefono pses
Hominia: itan anagki?
Hominus: kserw gw? Tora giati mou milas?
Hominia: akouses to mp3 pou sou esteila?
Hominus: miso
( τι μου έστειλε πάλι; Τι θέλει πάλι; Πάω για κατούρημα)
Hominia: ok
(κακως μπήκα σήμερα, θα ξεκινήσει ανάκριση και δεν έχω όρεξη να παραδεχτώ ανασφάλειες. Άστον εκεί, Θα βγώ και αν ξαναμπώ ποτέ θα του πω έπεσε η σύνδεση)

« Παρακαλώ» « Ναι γεια σας, ο Αντρέας» « Μάλιστα» « Ναι ,έχουμε βρεί το κινητό της γυναίκας σας, το ξέχασε στο κατάστημά μας χτες μάλλον» Παύση. « Συγνώμη;» . Αναψοκοκκίνησε. Ώστε τον ήθελε ακόμα! Τι κι αν ακυρώθηκε ο γάμος στο παρατσακ, τι κι αν εφυγε με τον άλλο, αυτή τον είχε καταχωρημένο ως τον « άντρα της» ! « Πού βρίσκεστε; έρχομαι τώρα» .

« Μα καλά το πιστεύεις ότι αυτή βρήκε άντρα; Επρεπε να τον ακούσεις! .. Κάτσε μη σχολάσεις, είμαι περίεργη να δώ ποιος βρέθηκε να την πάρει» .
« Κανένα μπάζο θα είναι κι αυτός. Τι τα ψάχνεις; Κακώς του είπες να περάσει σήμερα. Εγώ θέλω να σχολάσω. Θα περάσει ο Μάριος να με πάρει» . « Ε, κάτσε ρε να σπάσουμε πλάκα…» .

Δεν πειράζει που δεν βρήκε χώρο να παρκάρει. Δεν πειράζει που πήγε να πατήσει εκείνη την ηλίθια που της πέφτανε τα πραγματα από τη τσάντα και έσκυβε να τα πάει. Ας τον μουντζώνει όσο θέλει. Αναπνέει βαθιά. Βάζει το πουκάμισο στο παντελόνι που βγήκε καθώς έστριψε τόσο απότομα για να αποφύγει την ηλίθια.
« Γειά σας. Ήρθα για το κινητό»
« Μα καλά είσαι τόσο γαϊδούρι; Είσαι στραβός; Ποιος σου έδωσε την άδεια και..»
« Άσε με κυρά μου. Και μην σπρώχνεις. Εδώ το έχετε;»
Οι πωλήτριες κοιτάζουν απορημένες η μια την άλλη. « Ορίστε κυρία το κινητό σας» .
Γουρλώνει τα μάτια του στο κενό και κοιτάει μια την ηλίθια, μια την πόρτα:« Εμένα να με συγχωρείτε, πάρκαρα βιαστικά και θα με γράψουν» λέει και φεύγει τρέχοντας.
« Συγχωρεμένος, συγχωρεμένος» απαντάει η ηλίθια ειρωνικά. «Ευχαριστώ που μου το κρατήσατε κορίτσια. Αφηρημάδα και με μένα που με δέρνει! Γεια χαρα!!». Βγαίνει έξω, βάζει τα μαύρα της γυαλία και κοιτάει τα μηνύματα.

Οι πωλήτριες κοιτάζουν η μιά την άλλη:« Κατάλαβες τώρα τι έγινε;»
« Ναι, ήρθε ο Μάριος. Τα λέμε αύριο φιλενάδα!»


Hominia : Ela ekei eisai? Den mporeis na fantasteis ti kontepsa na pathw simera!
Hominia: hellooooo……
Hominia: Den mporeis na fantasteis posi paranoia kikloforei…pou les….

Hominus is offline.


( συνεχίζεται;)

29/5/1453 Εάλω η Πόλις.....



Πάρθεν
Κωσταντίνος Καβάφης

Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ' άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.

Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη,πήραν την· πήραν την Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιληάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κ' είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.

Όμως απ' τ' άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρυνών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.

Μα αλοίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλιν αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ' μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ' την ρίζαν».
Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ' αναγνώθ' σίτ' ανακλαίγ' σίτ' ανακρούγ' την κάρδιαν.
Ν' αοιλλή εμάς να βάϊ εμάς η Ρωμανία πάρθεν».

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Η λίστα ιστολογίων μου