Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009

"Γκλόμπαλ Γουόρμιγκ"

Κλείνουμε τα φώτα. (Σάμπως και τα είχαμε και ποτέ ανοιχτά;)Μια ζωή πλάθουμε το φως με τα σκοτάδια, άλλα βλέπουμε, άλλα καταλαβαίνουμε, άλλα απορρίπτουμε άλλα νιώθουμε, άλλα λέμε, άλλα, άλλα, άλλα...Και από που κι ως που έχουμε το ίδιο φως; Από που κι ως που βλέπουμε το ίδιο φως;Κι από που κι ως που ο πρώτος πληθυντικός; Κι από που κι ως που γουόρμιγκ; Μια ζωή εισπράττω ψύχρα, μια ζωή αυταπατώμαι ότι πρόκειται περί ζέστης, μια ζωή βγαίνω στον κόσμο σας με τα κοντομάνικά κι επιστρέφω στο σπίτι μου με πνευμονία.

Κλείνω τα φώτα, κλείνω τα νιώθω, τα θέλω, τα μπορώ, κλείνω τα πάντα μπροστά στη θέα ενός δικτατορικού είναι. Που ξενερώνει, διατάζει, ανοίγει τα φώτα, με τρομάζει..
Επιμένει να με αντιπροσωπεύει, επιμένουν να συνομιλούν μαζί του, να το απορρίπτουν και επιτρέπουν σ'αυτό να με εκθέτει. Κατεβάζω τους διακόπτες και μετράω τα ροχαλητά. Έχετε ποτέ ακούσει όνειρα να ροχαλίζουν; Δεν υπάρχει πια εικόνα, υπάρχει ένα κενό ένα σκοτάδι που διαμαρτύρεται. Σαν ξωτικά δεμένα χειροπόδαρα και φιμωμένα σ’΄ένα βαθύ πηγάδι. Πάντα λέω να μην τα ταϊζω, να μην τους μιλώ, να μην τους δίνω νερό, αλλά πάντα τα αφήνω ζωντανά για να με βασανίζουν. Δεν τα βλέπω. Έχω μια καταπακτή στο κέντρο του σπιτιού και τα κρατάω ζωντανά με την προϋπόθεση να μην μιλούν. Τελευταία ροχαλίζουν και με ταράζουν. Οι υπόλοιποι με κοιτάζουν περίεργα και γελούν. Δεν ξέρω για ποιό λόγο ντρέπομαι. Επειδή έχω όνειρα, επειδή τα έχω κλειδαμπαρωμένα, ή επειδή ροχαλίζουν;

Κάποτε κατεβαίνω και προσπαθώ να τους εξηγήσω γιατί πρέπει να πεθάνουν. Σαν παπάς στην τελευταία εξομολόγηση ενός μελλοθάνατου. Αυτά αρνούνται πεισματικά να με κοιτάξουν. Τα ρωτώ: "Έχετε κάτι να πείτε; Καταλαβαίνετε φαντάζομαι ότι η μεταφυσική τελεολογία που μας κατευθύνει είναι αυτή που όρισε για μας αυτή την κατάντια" Όταν τα λέω αυτά, ένα συγκεκριμένο, το πιο παλιό, ρεύεται δυνατά και με κλωτσάει. Ένα άλλο, το νεαρότερο, με ρωτά ποιά είμαι και τί θέλω και τους ανάβω τα φώτα στα καλά του καθουμένου.

Δεν ξέρω τί να τους απαντήσω.

ΛΟΡΚΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

Η Νιότη σου στο Μεντόν ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ
Ναι, τη νιότη σου, τώρα την τραγουδάνε οι πηγές.
Το τραίνο κι η γυναίκα που γεμίζει τον ουρανό.
κι η άγρια μοναξιά σου στα ξενοδοχεία
και το γυμνό σου προσωπείο.
Νιότη της θάλασσας και σιωπή σου
όπου ραγίζουνε τα τζάμια.
Κι η παγωμένη σου άγνοια που πάνω της αφέθηκε
το κυκλωμένο απ’τη φωτιά κορμί μου.
Σου έμαθα το νόμο της αγάπης,
δάκρυα, κι ένα αηδόνι σε έκσταση,
κι όμως, βλάστηση ερειπίων, έφευγες
για τα μικρά αβέβαια όνειρα.
Σκέψη τωρινή, φως της περασμένης μέρας,
Μήνυμα και σημάδια του πεπρωμένου.

Η άστατη ζωή σου
Δε δέχεται τα ίχνη που δεν ξεπερνιώνται.
Αλλά θα ψάξω στις γωνιές
Τη ζεστή ψυχή σου χωρίς εσένα, που δε σε καταλαβαίνει,
Με τον καημό του ακίνητου Απόλλωνα
Που εγώ του έσπασα την μάσκα που φορούσες.
Εμπρός, λιοντάρι μου εμπρός, πάθος του ουρανού,
Θα σ’αφήσω να βοσκήσεις στο κεφάλι μου,
Εμπρός, γαλάζιο άλογο της τρέλλας μου,
Παλμός του σύννεφου, δείκτης των στιγμών,
Θα ψάξω τις πέτρες του σκορπιού.
Τα φορέματα της μάνας σου παιδί,
δάκρυα της νύχτας και σκισμένο σεντόνι
που’βγαλε το φεγγάρι από τον κρόταφο του πεθαμένου.

Ναι, τη νιότη σου, τώρα την τραγουδάνε οι πηγές
Ψυχή ξένη στο κενό της φλέβας μου,
Θα ψάξω να σε βρώ μικρή και χωρίς ρίζες.
Αγάπη μου παντοτεινή, αγάπη, αγάπη του ποτέ!
Ω ναι, αγαπώ. Αγάπη, αγάπη! Ασε με.
Δε θέλω να μου κλείσουνε το στόμα, αυτοί που ψάχνουν
για τ’αγκάθι του χρόνου μέσα στο χιόνι
αυτοί που σκοτώνουν τα ζώα στον ουρανό
Κλινική και δάσος της ανατομίας.
Αγάπη, αγάπη, αγάπη. Νιότη της θάλασσας.
Η ψυχή σου ζεστή χωρίς εσένα που δε νιώθει.
Αγάπη, αγάπη, πεταγμα ελαφιών
πάνω στ’απέραντο λευκό στήθος.
Και τη νιότη σου, αγάπη, και τη νιότη σου.
Το τραίνο κι η γυναίκα που γεμίζει τον ουρανό.
Ούτε σύ, ούτε ΄γω, ούτε ο αέρας ούτε τα φύλλα.
Ναι, τη νιότη σου τώρα την τραγουδάνε οι πηγές.


ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Η λίστα ιστολογίων μου