Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

Επάλληλα και κατακόρυφα (συνέχεια)

Ξύπνησε αργά σήμερα. Αργία. Χτες πέρασε μια πολύ δύσκολη μέρα περιπλανώμενη ώδε κακείσε ( της άρεσε αυτή η έκφραση, την είχε βάλει και ως τίτλο στο μπλογκ της), μέχρι να πάρει το αυτοκίνητο της και να φύγει. Η κολλητή της της χτυπούσε τα τηλέφωνα όλη μέρα αλλα δεν γούσταρε να μιλά όταν ήταν κακόκεφη. Δημιουργούνταν παρεξηγήσεις, οι άλλοι το έπαιρναν προσωπικά σαν άρνηση διαλόγου με αφορμή τους ίδιους και είχε τραβήγματα. Μην σου πω ότι και στα μπλογκς τελευταία μια "φίλη"της ( με πόση ευκολία χρησιμοποιούμε τον όρο καμιά φορά) της κήρυξε πόλεμο γιατί δεν είχε διάθεση να καλαμπουρίσει και να γράψει ποιητικά. Το πιο σοφό είναι να εξαφανίζεσαι. Καιρός να το μάθει.
Δεν είχε ζήσει μεγάλες συγκινήσεις στη ζωή της. Έναν μεγάλο έρωτα, μια σοβαρή αρρώστια, ένα πόλεμο, έναν φόβο, ένα ρεζίλεμα. Τα πάντα περνούσαν ίδια κι απαράλλαχτα. Ίσως γι'αυτό να ήταν περιζήτητη φίλη. Δεν φόρτωνε σε κανένα τα προβλήματά της. Εντάξει, ο Πέτρος δεν την αγαπούσε. Της έστελνε σηματα, αυτή αρνιόταν και όταν αποφάσισε και χώνεψε, ότι οκ, καλά μάλλον θα περάσει, ας ενδώσει, την απέφευγε και δεν της μιλούσε. Καλύτερα. Όταν θα ερχόταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής της θα το καταλάβαινε από την αρχή. Θα ερχόταν σαν καταιγίδα. Προς το παρόν όμως αυτό δεν την απασχολούσε. Ήθελε νόημα. Ήθελε και να ανασάνει οικονομικά, να κερδίσει το λαχείο της και να πάει να αποτελειώσει τις σπουδές της. Ήθελε να αλλάξει διαμέρισμα, να βρει ένα πιο μεγάλο, ήθελε να αγοράσει όργανα γυμναστικής, ήθελε μια ξαπλώστρα , ένα καλό βιβλίο και τον ήλιο απέναντι. Ήθελε να κοιμηθεί.
Αυτά όλα τα έγραφε στο διαδικτυακό της ημερολόγιο. Είχε μάλιστα σκανάρει και δικές της ζωγραφιές και τα διακοσμούσε. Δεν την ένοιαζε αν τις έκλεβαν. Σήμερα είχε βάλει για ποστ το "Ζωή κλεμμένη"της Αρβανιτάκη. Ένα ωραίο βιντεάκι που θα έδινε την εντύπωση ότι κάτι είχε κι αυτή ένα βασανάκι, κάτι συναισθηματικό. Ο ψυχαναγκασμός του " έχω προσωπική, συναισθηματική ζωή και το δείχνω", της εντυπώθηκε, όταν πολλοί ανώνυμοι στο μπλογκ την αποκαλούσαν γεροντοκόρη και αγάμητη γιατί κάποτε ασκούσε κριτικές σε διάφορους. Μεγάλος φασισμός κι αυτός, διαφυλικός. Αν υπέγραφε ως άντρας, θα εισέπραττε τέτοιου είδους σχόλια;
Πήρε να διαβάζει απόψε ένα κείμενο σ'ένα μπλογκ ενός άντρα.
Τίτλος "Εσύ". Περίεργη και η διεύθυνση. "Εν γη Ναϊδ". Σε πολυτονικό.
Εσύ θες να ‘μαι καλά. Θες, λες, να χαμογελάω. Προσφέρεσαι να ‘ρθεις να με πας πάλι μια βόλτα με τ’ αμάξι. Μα δε βρέχει πια, καρδιά μου, δεν το βλέπεις..; Δε θα σου πω να σταματήσεις λίγο, να κατέβω να γίνω μούσκεμα ξανά. Κι αν οι λιακάδες είναι κι αυτές όμορφες, ποια σημασία έχει πια να μοιράζομαι τα όμορφα μαζί σου; Ποια σημασία έχει να μοιράζομαι οτιδήποτε μ’ οποιονδήποτε τώρα πια; Μεταμεσονύχτιοι περίπατοι σε ερημωμένα χωριά, κρύο· να μου λες κάποτε πως σκιάζεσαι, να σε καθησυχάζω, να σφίγγεις το χέρι μου στο δικό σου, να βγαίνω στο ψιλόβροχο να σου μαζεύω βατόμουρα. Δυο-τρεις φωτογραφίες μου τραβηγμένες από σένα, δυο-τρεις φωτογραφίες σου τραβηγμένες από μένα. Τι απ’ όλα μέτρησε τελικά; Ίσως μόνο ο στίχος που κατάφερες να καταλάβεις:

Και σου τραγουδώ· δεν μπορώ να κλάψω...

Εσύ φεύγεις σε μια βδομάδα. Και δεν είναι πως όταν θα ‘χεις φύγει, η μπίρα μου θα ‘χει αλλιώτικη γεύση· μόνο που θα την πίνω και πάλι μοναχός. Όσο κι αν με θλίβουν οι αποχωρισμοί, τους έχω πια – ας το πούμε – συνηθίσει. Εσένα σε περιμένει η ζωή σου εκεί. Εκεί σε περιμένει η ζωή. Δεν έχω δικαίωμα να σου πω πως θα μου λείψεις. Μα θα μου λείψεις, ρε μπαγάσα... Εκείνες οι σιωπηλές βραδιές στις βεράντες του καλοκαιριού. Εκείνα τα δυνατά, αβίαστα γέλια, στα σκαλιά της εκκλησιάς έξω απ’ το πατρικό μου ξημερώματα. Εκείνοι οι ψευτοθυμοί σου, οι επί μήνες αποκλεισμοί σου, οι ποινές που μου επέβαλλες. Η εμμονή σου στα ακριβά ρούχα, οι λεκέδες από παγωτό στα Gant σου, ο αστακός στα Nautica σου. Μεσοπέλαγα πέρυσι, θυμάσαι τους στόχους που βάλαμε; Εσύ τους πέτυχες· και με το παραπάνω. Κι είμαι πολύ περήφανος που σ’ έχω δει να τους πετυχαίνεις. Εγω, ας μην τα ρωτάμε... Θα σε σφίξω στην αγκαλιά μου, σαν γυρνάς να φύγεις. Και θα σου χαμογελάω, σαν τότε που έφευγες για τη Βιέννη. Έμαθες πια να πετάς: πέτα. Έμαθες πια να ζεις: ζήσε.

Εσύ κάνεις τα πάντα για να με βλέπεις να γελάω· έστω, για να με βλέπεις. Τίποτα – ούτε καν πάνω στ’ αστείο – δε σου ζήτησα, που δεν έχεις καταφέρει να μου φέρεις. Ορκίστηκες στο παντα· αυτό το πάντα που εγώ τόσο έχω φοβηθεί... Ορκίζεσαι πως δε θα μ’ αφήσεις μόνο. Μα εγώ το μόνος πια δεν το φοβάμαι. Εγώ πιο πολύ φοβάμαι μάλλον το μαζί. Γέμισες τη ζωή μου με μουσικές και με υποσχέσεις που τηρήθηκαν. Εδώ και χρόνια, κανείς δε μ’ αγάπησε τόσο όσο μ’ αγάπησες εσύ. Ή έστω, κανείς δε μου ‘χει αποδείξει αυτή την αγάπη στο βαθμό που το ‘χεις κάνει εσύ. Και πού σε βγάζει αυτή η αγάπη; Και πού με βγάζει τούτη η αγάπη; Μάτια μου, δεν την βλέπεις που χτυπά πάνω στον τοίχο μου; Δεν την βλέπεις που ματώνει; Μάτια μου… Βρες να την δώσεις αλλού όλη τούτη την αγάπη που ‘χεις μέσα σου. Πριν σε σκοτώσει.

Εσύ μοιράστηκες τις πρώτες μου μέρες στη Στρατηγού Τιμάγια. Και κυρίως τις πρώτες μου νύχτες... Ετοιμαζόμουν για τη δουλειά προσέχοντας να μη σε ξυπνήσω, επέστρεφα και σ’ αντίκριζα να γεμίζεις το σπίτι μου. Μου ‘δωσες μια ψευδαίσθηση να ζω, για μια βδομάδα. Όμορφη ψευδαίσθηση, δε λέω… Μ’ είχε δει ευτυχισμένο ξανά μετά από τόσα χρόνια που με ξέρει, να λέει ο Σταύρος. Με τρώει ένα κάτι που δε σου λέω, να λες εσύ. Κι εγώ να γυρνάω το βλέμμα αλλού. Όλα όσα σου ‘πα ότι με τρώνε είναι αλήθεια. Μα δεν είναι η αληθεια… Την αληθεια σε ποιον να την πω; Και ποιον, αλήθεια, έχω τώρα να την πω..; Θα σωπαίνω για καιρό πάλι. Και θα λέω πάλι πως είμαι καλά, σ’ όποιον ρωτά. Κι άμα τύχει να με δουν, θα επιστρατεύω όση δύναμη μου έχει απομείνει για να το δείχνω τούτο το καλά. Και θα κρύβω τα μάτια μου· όσο μπορώ πιο καλά. Σου το ‘πα πως πια μου σώνεται το όποιο απόθεμα κουράγιου. Και μαζί το όποιο απόθεμα χρόνου. Και πως είν’ εύκολο να το κάνω το λάθος. Μόνο μη με ρωτήσεις αν θα ‘μαι ευτυχισμένος, για το Θεό… Κι αν δεν είμαι, εσύ να το πιστέψεις το ψέμα. Γιατί αυτό το ψέμα θα το ‘χω πιστέψει κι ο ίδιος. Εδώ κατάφερα να πιστέψω αλήθειες κι αλήθειες...

Εσύ είσαι καλύτερα· και σε βλέπω καλύτερα και σε χαίρομαι. Σ’ είχα δει στα πολύ άσχημά σου πριν κάτι μήνες. Τότε δεν ήμουνα εγώ στα δικά μου τα άσχημα. Άσχημος συγχρονισμός; Το αντίθετο, υποθέτω… Πήγες κι έψαξες και μου βρήκες το δρόμο που βγάζει στο Bingöl. Πήγες και μου βρήκες εισιτήρια και πτήσεις και εικόνες απ’ το καθοδόν... Μ’ αγαπάς, μου λες. Το νιώθω. Μα θα μ’ αγαπάς και τώρα; Τώρα που φεύγω; Θα μ’ αγαπάς και μετά; Μετά, όταν θα ‘χω φτάσει; Ελάχιστη ίσως σημασία έχουν οι απαντήσεις. Ίσως κι εσύ να με θες καλύτερα. Έχει όμως συνέπειες το ‘καλύτερα’ το δικό μου, θυμάσαι; Θα σου είμαι και πάλι λιγότερο γνώριμος. Θα σου είμαι και πάλι πιο ξένος. Πόση δύναμη θα έχεις, να συνεχίσεις να αγαπάς έναν ξένο;

Εσύ μου ζητάς σαν χάρη, λες, να πάψω να ξοδεύω τη ζωή μου. Σου ‘χω μεγάλη συμπάθεια· κι είναι περίεργο αυτό, γιατί καθόλου δε σε ξέρω – με την κλασική έννοια. Μου μιλάς μέσα από πρίσματα, από σταυροδρόμια, από μεταίχμια, από βυθούς, από στρόβιλους. Κι εγώ τα καταλαβαίνω όλα. Όλα αυτά τα αποσπασματικά, όλα αυτά τα αινιγματικά, όλα αυτά τα διατεθλασμένα, όλα αυτά τα πρωτόγνωρα. Τα επαγγελματικά σου διλήμματα, τα Chesterfield τα μπλε, τη θέα της Άνω Πόλης, το φιλαράκι που είχες απ’ τα περσινά σου γενέθλια, το κάμπινγκ στη Χαλκιδική… Μου είναι πολύτιμα τούτα τα αποσπασματικά σου, όλα όσα επιλέγεις να μοιραστείς μαζί μου. Κι αν δεν ξέρω πού με βγάζουν, κι αν μέσα μου το το μαντεύω πού με βγάζουν, εκεί θα τ’ αφήσω όλα. Εκεί: στη γωνιά της καρδιάς μου εκείνη, όπου έχω φυλαγμένα τα πολύτιμα.

Εσύ... Εσύ δεν υπάρχεις. Μέσα σ’ όλα τούτα τα πεπραγμένα, τα παρελθόντα, τα τετελεσμένα, σε θυμάμαι όλο και λιγότερο υπαρκτή. Χάνεσαι, αλαργεύεις· ξεθωριάζεις όλο και πιότερο: κάπου ανάμεσα στις πραγματικότητες που με προσπέρασαν από πέρυσι τέτοιες μέρες – εκείνη η 4η του μηνός Ιουνίου· εκείνη η 8η του μηνός Ιουλίου –, κάπου ανάμεσα στα χρόνια από τότε που σ’ έχασα, και κάπου ανάμεσα στην αιωνιότητα από τότε που σε γνώρισα. Δεν ξέρω τώρα πια γιατί απευθύνομαι, έστω, και σ’ εσένα. Δεν το ξέρω... Δεν το ξέρω και δεν το καταλαβαίνω. Σε ξέρω μήπως; Δεν σε ξέρω. Υπάρχεις μήπως; Δεν υπάρχεις.

Εσύ κάποιον άλλον αγάπησες. Εσύ κάποιον άλλον ερωτεύτηκες. Εσύ κάποιον άλλο συμπάθησες. Αυτό λοιπόν τον κάποιο άλλο σ’ τον αφήνω.

Εγώ φεύγω."


Να, κάτι τέτοιο να ζούσε, κάτι τόσο έντονο. Μια τέτοια απογοήτευση. Κάτι δυνατό. Έγραψε ένα σχόλιο, φροντισμένο ώστε να δίνει την εντύπωση ταύτισης.
Aποθήκευσε ( ή έτσι νόμισε) το κείμενο στο μπλόγκ στις αναρτήσεις. Θα έφτιαχνε αύριο, κάτι με μια γυναίκα να διαβάζει τέτοιο κείμενο. Τώρα όμως νύσταζε. Πάτησε χωρίς να το καταλάβει το "δημοσίευση". Πήγε για ύπνο και ονειρεύτηκε ότι ήταν ταξιθέτρια και άλλαζε τις θέσεις τον θεατών με βάση την χρονολογία γέννησης. Είδε πολλούς γνωστούς οι οποίοι διαμαρτύρονταν. Προσφέρθηκε σε δύο άγνωστες γυναίκες με μαύρα μαλλιά να τους τηγανίσει πατάτες. Όταν ξύπνησε, πήγε στον υπολογιστή. Οι γνωστές βρισιές από τον Μενέλαο που ήθελαν μετριασμό. Αυτή την φορά, εκτός από "πουτάνα" της έλεγε για κιτρινίλες συναισθημάτων, ότι θα την σκότωνε και θα την σάπιζε στο ξύλο, ότι το ποστ της έδειχνε ότι γινότα άντρας, ότι θα πέθαινε στα σκουπίδια και ότι ήταν "κοινωνική πλέμπα".
Ιδού τί διάβασε σήμερα για να της ανυψώσει για μια ακόμη φορά το ηθικό και να την κάνει να κλειστεί μέσα τρομοκρατημένη :
"Αναθεώρηση σχολίων
Σχόλια ανά σελίδα: 5 10 25 50 100 300 Μη Θεωρημένα Σχόλια (Ταξινόμηση: Όνομα Ανάρτησης, Ημερομηνία Σχολίου)
Επιλέξτε: Όλες, Καμία
Δημοσίευση Απόρριψη 1 – 3 από 3
Αυτό τον χώρο εδώ μέσα θα τον βλέπεις και θα σπας ... Αυτό τον χώρο εδώ μέσα θα τον βλέπεις και θα σπας και θα χτυπιέσαι μέσα στα σκατά για όλη σου τη ζωή ξεφτυλισμένο σκουπίδι. Θα σε κάνω γομάρι από τα συναισθήματα, να σπάνε τα μάτια σου από την κιτρινίλα πουτάνα βρωμιάρα!!
Δημοσίευση Απόρριψη (Μενέλαος) 8/6/2009
Μάζευε τα σκουπίδια σου ξεφτυλισμένω πουτάνα από ε... Μάζευε τα σκουπίδια σου ξεφτυλισμένω πουτάνα από εδώ μέσα μη σε γαμήσω και εσένα και την πλέμπα τη μάνα σου την άρρωστη. Φάε σκατά κοινωνικό κατακάθι, έχω τα αρχίδια και τη δύναμη και σας κλείνω τα σπίτια.
Δημοσίευση Απόρριψη (Menelaos) 8/6/2009
Εγώ δεν κατάλαβα ποια είναι αυτή η γυναίκα που γίν... Εγώ δεν κατάλαβα ποια είναι αυτή η γυναίκα που γίνεται άντρας. Για κάνε μας ένα εξπλέιν πρωτού πας παρακάτω γενικώς...
Δημοσίευση Απόρριψη (Μενέλαος) 8/6/2009
1 – 3 από 3
Επιλέξτε: Όλες, Καμία"

Καμία...

Αυτά και πολλά άλλα παρόμοια ωραία είχε την τύχη να διαβάζει από το συγκεκριμένο. Τελευταία αποφάσισε να μην τα δημοσιεύει. Πριν τα κόψει χαζευε τις επιλογές και αναλογιζόταν την αντιδημοκρατικότητα της πράξης της με αποτροπιασμό. Από την άλλη, όταν τις έβριζαν ολόκληρο το σόϊ, έστω κι αν δεν είχαν ιδέα και απλά εκτόνωναν την ασθένεια τους, δεν είχε στην ουσία άλλη επιλογή. Της έκανε εντύπωση πάντως που είχε αποκλειστεί από μπλογκς αλλονών για σχόλια κοσμιότατα σε σχέση με τα παραπάνω. Προσπαθεί να ξεχάσει τί διάβασε.
Ανοίγει το ιστολόγιο. Ναι. Είχε δημοσιεύσει ξένο ποστ. Γι'αυτό φώναζε ο άλλος. Ήταν ένα πολύ ανώτερο ποστ από τα δικά της. Ναι΄ηταν ποστ ενός άντρα. Είδες τί σχόλια θα έπαιρνε το κείμενο αυτό αν ήταν γραμμένο από γυναίκα; Ή μήπως πρόκειται απλά περί αρρώστου ( πάντα τέτοια έγραφε αυτός, εδώ και δύο χρόνια, καθημερινα).Το αφαίρεσε, επεξήγησε την παρεξήγηση σε ποστ, άφησε τα σχόλιο για αναθεώρηση και πείστηκε για ακόμη μια φορά για τις διακρίσεις ανάμεσα στα φύλα.
Έψησε τον καφέ με μια πικρή, πολύ πικρή απογοήτευση και τον ήπιε φωτογραφίζοντας το γκαζάκι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Η λίστα ιστολογίων μου