Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

Επάλληλα και κατακόρυφα ( μπλογκερνουβέλα σε συνέχειες)

Η θεωρία της εξέλιξης της δημιουργούσε τον εξής προβληματισμό: από τη στιγμή που η ανθρωπολογία μπορεί να αρθρώσει μυθικό λόγο αφορμούμενη από αμφιλεγόμενα απομεινάρια, κρανία και ξεκάρφωτα στοιχεία , μήπως είναι στην ουσία απλά φιλολογία; Ή μήπως είναι απλά μια απόδειξη του πως μπορεί κανείς να στήσει αφηγήσεις και πλάνα, αναλύοντας δεδομένα υλικής, απτής φύσεως, τα οποία έρχονται από το παρελθόν ορφανά, κωφάλαλα και παραμορφωμένα; Μήπως η ανάλυση ντοκουμέντων ιστορικών δεν πέφτει κι αυτή στην ίδια κατηγορία; Πώς κάνεις τις σκιές να μιλάνε σε σένα, όσο πιστά σε ακολουθούν;
Η Χομινία κοίταξε τον υπολογιστή. Χόμινους ής οφλάην. Ξαφνικά ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας.
Η Χομινία κοίταξε την ορθογώνια οθόνη του υπολογιστή, μαλθακά με στραβωμένο κεφάλι, όπως θα κοίταζε ένα σκυλί ένα ιγκουάνα να γαβγίζει . "Από μέσα ακούστηκε"; "Σύνελθε μωρή και άνοιξε την πόρτα" . Ο προσβλητικός τόνος της συνείδησης της είχε καταντήσει εκνευριστικός τελευταία.
Ανοίγει την πόρτα, πληρώνει την πίτσα, και όπως πάει να πει καληνύχτα, ακούει κλάματα και φωνές στη σκάλα της πολυκατοικίας. Με την πίτσα ανα χείρας, πάει περίεργη να δεί τί γίνεται. Ο πιτσαδόρος έχει ήδη μπει στο ασανσέρ και κοιτάζεται στον καθρέφτη καθώς κλείνει η πόρτα. Η απόδειξη την πίτσας της φέυγει απ'τα χέρια και αργά αλλά σταθερά πέφτει δίπλα από ένα παιδί που κάθεται στο πλατύσκαλο του τρίτου και κλαίει με το κεφάλι στα γόνατα, και το σκυλάκι να του γλύφει τα χέρια. "Τέλη;είσαι καλά;" Ο σκύλος την κοιτάει. Αυτή βγάζει ένα κομμάτι πίτσα και του το πετάει βιαστικά καθώς είχε καεί. Βάζει το δάκτυλο στο στόμα. Ο μικρός την κοιτάζει θέλοντας να γελάσει και αυτή του χαμογελά τινάζοντας κωμικά το χέρι με ένα μορφασμό πόνου. Ο μικρός ξανασκύβει, χαμογελώντας ανάμεσα στα γόνατα του. Πλάκα έχει η τρελή. Και τί γελοίες παντόφλες με πιθηκάκια. Η Χομινία κάθεται δίπλα του. "Θέλεις λίγη;" Ο μικρός κοιτάζει τον σκύλο που μάταια προσπαθεί να βρεί κρύα άκρια για να ξεκινήσει να ξεκοιλιάζει το κομμάτι της πίτσας που του έριξε η Χομινία. "Μου είπε να διώξω τον Λάκη", είπε και σκούπισε την μύτη του. Γυρνάει να δεί τη Χομινία και αντί γι'αυτήν βλέπει τα 5/6 μιας πίτσας να τον κοιτάνε με το καπάκι του πακέτου να καλύπτει το πρόσωπο της θείας Μαρίας που μένει ένα όροφο πιο πάνω. "Πάρε". "Δεν θέλω". Όπως πάει να πάρει το κομμάτι, η πόρτα ανοίγει,και η μητέρα του Τέλη εμφανίζεται μπροστά τους θυμωμένη. Το σκυλί κρύβεται πίσω από τον Τέλη. Ούτε πως είναι η Χομίνία εκεί, και ούτε πως είναι συνομήλικες. "Λοιπόν, εγώ βρωμιές δεν ανέχομαι! Ακούς τί σου λέω; Μα τι κάνεις;Τρως αηδίες με άπλυτα χέρια;Τον τραβάει απ'το χέρι και ρίχνει αγενέστατα την πίτσα στο έδαφος. Ο σκύλος κατατρομαγμένος κρύβεται πίσω από τη Χομινία. Η "παστρικιά" ούτε που γυρνά να δεί την Χομινία. Της κλείνει την πόρτα. "Σκύλα, ε σκύλα! Αλλά καλά να πάθει ο συμμαθητής μου ο Σταύρος. Του αξίζει να ζεί με μια ξενέρωτη νευρωτικιά ξανθή. Αη σιχτίρ! ". Το σκυλάκι την κοιτάει στα μάτια λυπημένο. "Έλα Λάκη μου. Έλα να φάμε πίτσα". Το σκυλάκι, ένα τρισχαριτωμένο καφετί πραματάκια με ολοστρόγγυλα καφετιά μάτια, σαν του ακατανόμαστου, την ακολουθεί στο διαμέρισμα. Μόλις μπαίνει μέσα συνειδητοποιεί ότι το καπάκι του πακέτου είναι ακόμα ανοιχτό. 4/6.

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Η λίστα ιστολογίων μου