Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Φοβάμαι...


"I Love My Computer"

I love my computer
you make me feel alright
every waking hour
and every lonely night
I love my computer
for all you give to me
predictable errors and no identity
and it's never been quite so easy
I've never been quite so happy
all I need to do is click on you
and we'll be joined
in the most soul-less way
and we'll never
ever ruin each other's day
cuz when I'm through I just click
and you just go away
I love my computer
you're always in the mood
I get turned on
when I turn on you
I love my computer
you never ask for more
you can be a princess
or you can be my whore
and it's never been quite so easy
I've never been quite so happy
the world outside is so big
but it's safe in my domain
because to you
I'm just a number
and a clever screen name
all I need to do is click on you
and we'll be together for eternity
and no one is ever gonna take my love
from me because I've got security,
her password and a key

( Bad religion)

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009

Πού πάς μωρή;

Όϊ κουμπάρε, μοναξιά και πάλι μοναξιά...Δεν συμφέρει η φάση. Εδώ και δύο μήνες είπα κοινωνικοποιηθώ και πάλι. Παλιές συμμαθήτριες στον ορίζοντα, παλιές συμφοιτήτριες ( πριν 10 χρόνια μπορεί να τις έλεγα και κολλητές, δεν θυμάμαι), κάποιοι καινούργιοι παρέες, και το σκατομούτσουνο μου με το θλιβερό μου σαρκίο, το οποίο αναδεικνύει τις αναλογίες του Μπομπ του Σφουγγαράκη, εκτίθενται και πάλι δημόσια .
Θέματα για συζήτηση ανεξάντλητα, δεν έχω παράπονο, το αντίθετο μάλιστα αφού συμβαίνει το κλασικό σπαστικό:Δεν σιωπά η μια να ακούσει την άλλη. Δεν υπάρχει έτσι περίπτωση. Θέλουν τόσα να πουν όλες οι πλευρές που καταντά κουραστικό. Ψάχνει ο ένας να βρεί παύση να μιλήσει ο άλλος. Και για άσχετα θέματα. Θα μου πείς, αν δεν ταιριάζαμε δεν θα συμπεθεριάζαμε. Ένα από τα προβλήματα όμως είναι ότι ξεπαραδιάζεσαι άγρια. Ρε κουμπάρε που να μείνει μαύρος για καφές! Και όχι μόνο! Δώστου εστιατόρια, δώστου λογαριασμοί, ( "τζερνώ εγώ τζιαι τζερνάς με άλλη φορά" και το πράγμα δεν τελειώνει...ενώ παλιά εδίαν ο καθένας το ππάϊν του, όντας γονεοχρηματοδοτούμενος και πιο συμμαζεμένος). Μάνα μου δοκησισοφούλλα μου και δεν έτρωγες την παττίχα την κομμένη στην πιατελλού σου με την πηρούνα πάνω στο μπαλκονούδι με τη ριτσούα σου....

Που καιρός που οι προτάσεις: "Παίζουμεν ούνο; "πάμεν γυρόν με το ποδήλατο;" "εδοκίμασες το τζείνον το παγωτό;Πάμε να γοράσουμε;", "ύστερα που το σινεμά γοράζουμε γύρο;" "παίζουμε ρακέτες;", ήταν ικανές να σηκώσουν κύματα ενθουσιασμού. Τώρα στις παραπάνω προτάσεις ακούς αντίστοιχα: "κόρη μα τί λαλείς;είμαστε μωρά;", "μα να γυρίζω μες τους ήλιους;", "παγωτόν, μα επέλλανες; εν τρώω έτσι πράματα, μόνο σαλάτες, έβαλα 2 κιλά", "γύρον;μά έτσι ώρα;""ρακέτες;χαχαχα, εν πάεις καλά"..Και ξεκινούν να σου αραδιάζουν τα κατα φαντασίαν φλερτ τους και τις πολιορκίες που δήθεν τους κάνει ο άλφα και βήτα, και ότι αυτές το παίζουν σκληρές ( οι περισσότερες φίλες μου πάσχουν από το σύνδρομο "έρωτας -χωρίς -ανταπόκρινση- εξιστορούμενος- ως άμοιβαίος- αλλά ανευόδωτος". Κατάσταση που είναι η μόνη που έχει επιβιώσει από την εφηβεία τους). Και μετά ξεκινούν άλλα τροπάρια, ότι "πρέπει να φροντίζω τον εαυτό μου παραπάνω" ( δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο απογοητευτικό είναι αυτό όταν προτού βγείς έχεις πεί στον καθρέφτη "ππου σου κοπελλάρα μου"-όπως συστήνουν όλοι οι ψυχολόγοι) "να αλλάξω χρώμα στο μαλλί, να αδυνατίσω, να μεν μιλώ δυνατά, να μεν αστειεύκουμαι με πλάσματα που δεν ξέρω, να μεν μαλλώνω,να μεν φέρνω το σκύλο μου μαζί μου", κτλ κτλ. Και να μην μπορώ πλέον να τους πώ τζείνον που μου ελάλεν η γιαγιά μου ότι δηλαδή "εν οι τσικνωμένες που γυρεύκουν άντρα που τα κάμνουν τούτα"γιατί μάλλον η γιαγιά μου το έχει ανακαλέσει ,βλέποντας με να γεροντοκορεύκω επικίνδυνα( όπως έμαθα σήμερα "όποια περάσει τα 25 στην Κύπρο και είναι ελευθερη είναι ξοφλημένη"...μάλιστα.. ο ίδιος μπλογκεράς πέρσι μου έλεγε να αποταθώ στο τέλεθον να μου βρεί φίλους για να με πάρουν θάλασσα και ότι με λυπάται: δεν με εκπλήσσει που και οι δύο απόψεις εκπορεύονται από το ίδιο άτομο)
Λες να φταίνει οι θρησκοφεμινιστικές μου καταβολές, ή το ελαττωματικό DNA μου για το χάλι μου; Όπως και να έχει εγώ δεν φταίω, εγώ απλά θέλω να γυρίσω στα παλιά αν γίνεται...
Σαε ευχαριστώ πολύ, σας ευχαριστώ εκ των προτέρων, ευελπιστώ στην κατανόηση σας, κτλ κτλ, σγλουρπ, κτλ, μετα τιμής, κτλ, κτλ, έσιετε γειά....

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009

Καληνύχτα Νέντα..Αυτός ο κόσμος δε θ'αλλάξει ποτέ..Καληνύχτα


Είκοσι ακριβώς χρόνια μετά από τους μαζικούς δημόσιους "επαναστατικούς" απαγχονισμούς αντιφρονούντων στο Ιραν, το παγκόσμιο συγκλονίζεται τώρα από τη δολοφονία δέκα ατόμων στις 21/6/2009 από την Ιρανική αστυνομία. Σε μια χώρα που δραστηριοποιούνται τα σκοταδιστικά Basije (εθελοντικά αστυνομικά σώματα "διαφύλαξης ηθών"), οι νέοι και μαζί τους όλοι οι διανοούμενοι, ύψωσαν φωνή με αφορμή τις άκυρωθείσες εκλογές που ανεδείκνυαν δυνάμεις αλλαγής και παραμερισμού της "ισλαμιστικής επανάστασης" στη ζωή της χώρας ( Μαχμούντ Αχμεντινεζαντ vs Αγιατολαχ Χομεϊνί).
Ανάμεσα στα θύματα και η 26 χρονη Νέντα Σαλεχί-Σολτάν, πτυχιούχος Φιλοσοφίας του πανεπιστημίου Αζάντ η στιγμή του θανάτου της οποίας βιντεογραφήθηκε και κάνει το γύρο του κόσμου. Ψάχνοντας πληροφορίες για την κοπέλα, βρήκα στη Βικιπαίδεια καταγεγραμμένες τις εξής πληροφορίες, ανάμεσα σε άλλες :


Political party: Known as generally apolitical
Religious beliefs: Muslim; photographed wearing Christian cross
Relatives Parents, one older brother, one younger brother
(http://en.wikipedia.org/wiki/Neda_(Iranian_protester)

Δεν ξέρω πως σας ακούγεται η πληροφορία για τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις, αλλά εμένα αυτό το "εθεάθη να φέρει χριστιανικό σταυρό" με ξένισε. Ποιός έδωσε μια τέτοια πληροφορία;Ποιός έγραψε το λήμμα; Γιατί θεωρήθηκε αναγκαίο να σημειωθεί;

Τα συμπεράσματα δικά σας.

Αντίο Νέντα, μακάρι το αίμα σου να γίνει λίπασμα λευτεριάς για την πατρίδα σου και όχι μόνο...

Επάλληλα και κατακόρυφα (συνέχεια)


"Κάποιες φορές η σχέση των ανθρώπων ξεχειλώνει τόσο πολύ που ακόμα και ένας καυγάς είναι ανούσιος και βαρετός. Βαριέσαι τόοοσο πολύ κάποιους ανθρώπους. Εντάξει, τους νοιάζεσαι, αλλά και πάλι τους βαριέσαι. Το ίδιο κι αυτοί βέβαια, όπως φαίνεται από την απεγνωσμένη μανία τους να πιαστούν απο κάπου αλλού. Είναι η φάση λίγο πριν το τέλος μιας σχέσης που είναι κλινικά νεκρή. Εσύ κάθεσαι, ξύνεις μαλθακά το γερμένο σου κεφάλι που κοιτάζει στο κενό και ακούς τις συζητήσεις τους με άλλους, διαπιστώνοντας πόσο πολύ τους βαριέσαι (ενώ υπο κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να ζηλεύεις). Ανιαρά θέματα, ανιαρά γελάκια, γελοίες στιγμιαίες αυτοεπιβεβαιώσεις και βεβιασμένες αδιαφορίες με στυλάκια χαζοχαρούμενα. Και εσύ απλά τους βλέπεις και βαριέσαι. Τους δίνεις εξιτήριο από τη ζωή σου και μένεις να απορείς τί στο καλό τους βρήκες"

Η Αννα σταμάτησε να γράφει και κοίταξε τα δάκτυλα της. Σαν αυτονομημένες μονάδες εκτέλεσης εργασιών που δεν επεμβαίνει η μια ποτέ στη δουλειά της άλλης. Αλήθεια, πως και γιατί δεν πατήθηκε ποτέ το ίδιο πλήκτρο από δύο δάκτυλα; Γιατί να μην γίνεται το ίδιο με τους ανθρώπους; Γιατί να μπερδεύονται τόσες διαδρομές, γιατί τόσα βαγόνια να συγκρούονται και ( αλοίμονο) να εκτροχιάζονται; Γιατί να μην υπάρχει και εδώ ένας συμπεφωνημένος αλληλοαποκλειστικός αυτοματισμός; (ίσως γιατί κλάνει το γατί)
Προεπισκόπηση; Μπα...Ετικέτες; Φτάνει πια με ετικέτες, ας καταλάβουν και τίποτα από μόνοι τους. Δημοσίευση; Δημοσίευση...

ΑΓΑΠΩ ΣΕ ΡΕ!

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

Και μετά;



Αποφάσισα να βρίσω σ'αυτό το ποστ. Να βρίσω του άλλου κόσμου. Εμαρλαππάππησα* πολλά όμως τελευταία και έχασα το ωμό και κυνικό μου ιδίωμα. Πάει, χάλασα. Δεν μου γυρίζει πια να βρίσω, τί να κάνω; Μαραζώνω μόνο βαθιά μέσα μου και πονώ. Αυτοκαταστροφικά τελείως. Και τρώω του άλλου κόσμου. Είναι μάλλον κι αυτό στάδιο της ωρίμανσης.

("εμαρλαππάππησα"* από το "μαρλαππάππας" βλ: "ρε μα είσαι τέλεια μαρλαππάππας;" Λέγεται συνήθως για μαμάκηδες, άτολμους, σαχλούς, νωθρούς κι ενίοτε μαλάκες. Δεν βρίσκω αντίστοιχη λέξη εκτός από το "μαλακοπίτουρας"που πήρε το μάτι μου στο συλλεκτικό για τις βρισιές, τελευταίο ποστ του λεξηπένητα)

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

Κραυγές απόγνωσης

Ακολουθούν εκφράσεις που ακούς συστηματικά στην Κύπρο καθόλη τη διάρκεια του καλοκαιριού. Δίδεται μετάφραση στην κοινή ελληνική για τους εξ Ελλάδος.

1. Ούφφου/όφφου Θεγέ μου

"Ουφ Θεέ μου". Επιφωνηματική φράση απόγνωσης. Ουσιαστικά χρησιμοποιείται σε μονολόγους, ή σαν εισαγωγική φράση μιας πρώτης γνωριμίας μεταξύ αγνώστων. Η φράση που ακολουθεί είναι συνήθως η "υπομονή" ή ΄" όντως επόφκαλεν μας φέτος"( φέτος μας διέλυσε-εννοείται η ζέστη)

2. α μάνα μου, πυρά!Πυρά=ζέστη. Όχι, δεν υπονοείται ότι η φωτιά είναι γενεσιουργός δύναμη του σύμπαντος, απλά σημαίνει "τί ζέστη κι αυτή"

3. όη κουμπάρε, εν την ιφκάλλουμε.."Κουμπαρε δεν θα την βγάλουμε φέτος"( δηλαδή θα πεθάνουμε). Εννοείται ότι πριν ειπωθεί, ένας απο τους συνομιλητές σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του με μαντηλάκι, ή πετσέτα που την έχει απλωμένη στο σβέρκο βρεγμένη, και είπιε με απόγνωση μια μπουκάλα νερό, ή ράντισε το κεφάλι του, ( σκυφτός με το χέρι να απομακρύνει το νερό από τοσβέρκο και να το φέρνει στην κουρία)

4 εν φυσά/εστάλωσε
Φράση δηλωτική της νηνεμίας. Οι ομιλητές μάλλον κάθονται σε μέρος (βεράντα, κήπος, παραλία) όπου υπο κανόνικές συνθήκες συνήθως φυσάει.

5. άδε με:κολλώ

("άδε με"=κοίτα με). Φ΄ραση που χρησιμοποιείται σε περιοχές με πολλή υγρασία που έχει ως αποτέλεσμα έναν ιδρώτα που κολλά σαν σιρόπι.

6. Εφάν μας
( =μας καταφάγανε, εννοείται τα κουνούπια) . Της φράσης προηγείται πετυχεμένη η αποτυχεμένη απόπειρα ο ομιλητής να σκοτώσει ένα κουνούπι, στο χέρι, στο μέτωπο, στον αέρα. Της φράσης ακολουθεί θωπεία των τσιμπημένων περιοχών, με συνοφρυωμένα τα φρύδια και σουφρωμένα τα χείλη.

7. εν αντέχω άλλο
Φράση απόγνωσης για όλες τις εποχές.

8. γύριστον τζιαι που ποδά

Εννοείται τον αεριστήρα.

9 εν δυναμώνει;Εννοείται ο αεριστήρας ή το έρ κοντίσιον

10 στους πόσους το έσιεις;βλ. πιο πάνω . "στους πόσους"εννοείται "στους πόσους βαθμούς"

11. Καλα τζι αντέχετε
Ο ομιλητής είναι μάλλον Λευκωσιάτης προσκεκλημένος σε φίλους του στη Λεμεσό, Λάρνακα ή Πάφο. Στην ουσία η φράση αυτή σημαίνει "σαν την Χώραν ένεσιει"

12. α μανούλλα μου

Φράση που λέγεται όταν ο ομιλητής εξέλθει του φούλλη ερ κοντίσιοντ αυτοκίνητου του και δώκει μέσα στην πυρά.

13. σύρε νάκκον τζεί όλάν( ="κάνε πέρα ρε"). Φράση που λέγεται επί καναπέδων και κλινών ως επί το πλείστον.

14. έπιαν μας ο λάλλαρος( "λάλλαρος=δυνατός ήλιος). Ο ομιλητής στέκεται ώρα στον ήλιο περιμένοντας, ή περπατά σε ώρες που οι υπεριώδεις ακτινοβολίες κάνουν πάρτυ.

15. Παναϊα μου!Φράση που λέγεται συνήθως από άτομα με προβλήματα στην αναπνοή, ηλικιωμένους ή υπέρβαρους. Εξαιτίας της λακωνικότητας της, είναι σημάδι ότι όντως ο ομιλητής δεν είναι καλά και δεν μπορεί να το αναλύσει. Πάρτε τον/την σε σκιά και δώστε του/της νερό.

16 ε γαμώτο! εγίνηκα φούσκα!
( φούσκα=μούσκεμα)
Ο ομιλητής ίδρωσε και φοράει τα καλά του.

17. "τρέχουν που πάνω μου"Η ομιλήτρια ίδρωσε και είναι βαμμένη.

18. "Φκάλλουσιν αύραν οι τοίσιοι"
( βγάζουν ζεστή αύρα οι τοίχοι) Υπερβολή που ποτέ δεν εξακριβώθηκε, αλλά όσοι την λένε παίρνουν όρκο ότι ο τοίχος τους λειτουργεί ως θερμάστρα. Δεν ξέρω...τί να πώ...

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

Μαχαλλεπί



ΤΟ ΠΟΣΤ ΔΙΑΓΡΑΦΕΤΑΙ ΩΣ ΜΕΤΡΟ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΓΡΙΠΗ ΠΟΥ ΘΑ ΕΡΘΕΙ.

Κορυφαίοι του είδους

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

Επάλληλα και κατακόρυφα ( μπλογκερνουβέλα σε συνέχειες)

Η θεωρία της εξέλιξης της δημιουργούσε τον εξής προβληματισμό: από τη στιγμή που η ανθρωπολογία μπορεί να αρθρώσει μυθικό λόγο αφορμούμενη από αμφιλεγόμενα απομεινάρια, κρανία και ξεκάρφωτα στοιχεία , μήπως είναι στην ουσία απλά φιλολογία; Ή μήπως είναι απλά μια απόδειξη του πως μπορεί κανείς να στήσει αφηγήσεις και πλάνα, αναλύοντας δεδομένα υλικής, απτής φύσεως, τα οποία έρχονται από το παρελθόν ορφανά, κωφάλαλα και παραμορφωμένα; Μήπως η ανάλυση ντοκουμέντων ιστορικών δεν πέφτει κι αυτή στην ίδια κατηγορία; Πώς κάνεις τις σκιές να μιλάνε σε σένα, όσο πιστά σε ακολουθούν;
Η Χομινία κοίταξε τον υπολογιστή. Χόμινους ής οφλάην. Ξαφνικά ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας.
Η Χομινία κοίταξε την ορθογώνια οθόνη του υπολογιστή, μαλθακά με στραβωμένο κεφάλι, όπως θα κοίταζε ένα σκυλί ένα ιγκουάνα να γαβγίζει . "Από μέσα ακούστηκε"; "Σύνελθε μωρή και άνοιξε την πόρτα" . Ο προσβλητικός τόνος της συνείδησης της είχε καταντήσει εκνευριστικός τελευταία.
Ανοίγει την πόρτα, πληρώνει την πίτσα, και όπως πάει να πει καληνύχτα, ακούει κλάματα και φωνές στη σκάλα της πολυκατοικίας. Με την πίτσα ανα χείρας, πάει περίεργη να δεί τί γίνεται. Ο πιτσαδόρος έχει ήδη μπει στο ασανσέρ και κοιτάζεται στον καθρέφτη καθώς κλείνει η πόρτα. Η απόδειξη την πίτσας της φέυγει απ'τα χέρια και αργά αλλά σταθερά πέφτει δίπλα από ένα παιδί που κάθεται στο πλατύσκαλο του τρίτου και κλαίει με το κεφάλι στα γόνατα, και το σκυλάκι να του γλύφει τα χέρια. "Τέλη;είσαι καλά;" Ο σκύλος την κοιτάει. Αυτή βγάζει ένα κομμάτι πίτσα και του το πετάει βιαστικά καθώς είχε καεί. Βάζει το δάκτυλο στο στόμα. Ο μικρός την κοιτάζει θέλοντας να γελάσει και αυτή του χαμογελά τινάζοντας κωμικά το χέρι με ένα μορφασμό πόνου. Ο μικρός ξανασκύβει, χαμογελώντας ανάμεσα στα γόνατα του. Πλάκα έχει η τρελή. Και τί γελοίες παντόφλες με πιθηκάκια. Η Χομινία κάθεται δίπλα του. "Θέλεις λίγη;" Ο μικρός κοιτάζει τον σκύλο που μάταια προσπαθεί να βρεί κρύα άκρια για να ξεκινήσει να ξεκοιλιάζει το κομμάτι της πίτσας που του έριξε η Χομινία. "Μου είπε να διώξω τον Λάκη", είπε και σκούπισε την μύτη του. Γυρνάει να δεί τη Χομινία και αντί γι'αυτήν βλέπει τα 5/6 μιας πίτσας να τον κοιτάνε με το καπάκι του πακέτου να καλύπτει το πρόσωπο της θείας Μαρίας που μένει ένα όροφο πιο πάνω. "Πάρε". "Δεν θέλω". Όπως πάει να πάρει το κομμάτι, η πόρτα ανοίγει,και η μητέρα του Τέλη εμφανίζεται μπροστά τους θυμωμένη. Το σκυλί κρύβεται πίσω από τον Τέλη. Ούτε πως είναι η Χομίνία εκεί, και ούτε πως είναι συνομήλικες. "Λοιπόν, εγώ βρωμιές δεν ανέχομαι! Ακούς τί σου λέω; Μα τι κάνεις;Τρως αηδίες με άπλυτα χέρια;Τον τραβάει απ'το χέρι και ρίχνει αγενέστατα την πίτσα στο έδαφος. Ο σκύλος κατατρομαγμένος κρύβεται πίσω από τη Χομινία. Η "παστρικιά" ούτε που γυρνά να δεί την Χομινία. Της κλείνει την πόρτα. "Σκύλα, ε σκύλα! Αλλά καλά να πάθει ο συμμαθητής μου ο Σταύρος. Του αξίζει να ζεί με μια ξενέρωτη νευρωτικιά ξανθή. Αη σιχτίρ! ". Το σκυλάκι την κοιτάει στα μάτια λυπημένο. "Έλα Λάκη μου. Έλα να φάμε πίτσα". Το σκυλάκι, ένα τρισχαριτωμένο καφετί πραματάκια με ολοστρόγγυλα καφετιά μάτια, σαν του ακατανόμαστου, την ακολουθεί στο διαμέρισμα. Μόλις μπαίνει μέσα συνειδητοποιεί ότι το καπάκι του πακέτου είναι ακόμα ανοιχτό. 4/6.

(συνεχίζεται)

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

Αμπελοφιλοσοφίες


Επειδή αύριο μεθαύριο οι ψυχές μας κάνουν πανιά που λέει κι ο Σεφέρης, ας πούμε τα λιγοστά μας λόγια όσο είναι καιρός. Είναι κρίμα τόση σοφία να την κρατάω για παρτη μου και να μην μοιράσω από τώρα την περιουσία μου σε φίλους δικαιούχους. Η περιουσία αυτή δεν είναι τίποτα άλλο από συμπεράσματα, έγκυρα και πολύ βοηθητικά. Έχουμε και λέμε:

1) Σε όσους με αγαπούν αφήνω εις γνώσιν τους ότι: α) τα πράγματα δεν οδεύουν ποτέ προς το καλύτερο, οπότε αυτό που ζούμε τώρα είναι καλύτερο απο αύριο. Χαμογελάστε.
2) Σε όσους αδιαφορούν αφήνω εις γνώσιν τους ότι:β) ποτέ καμιά ομάδα δεν κέρδισε υποτιμώντας τον αντίπαλο, η αδιαφορώντας γι'αυτόν όσο τιποτένιος κι αν φαινόταν.
3) Σε όσους με μισούν αφήνω εις γνώσιν τους ότι:γ) δεν αξίζει να χαλιέσαι για κάποιαν που γράφει την διαθήκη της σε μπλοκ δηλώνοντας στην ουσία ότι είναι απένταρη. Βρείτε καλύτερο άνθρωπο να φθονήσετε.

Καλήνύχτα παιδάκια μου. Φιλούμπες.

( κάτι οικοπεδάκια που αγόρασα στο φεγγάρι τα έβαλα εγγύηση για δυο-τρία καλά όνειρα, με εσάς εγγυητές αν θυμάστε -εκάτσετε πάνω χαχαχαχα)

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

Κάτι μου θυμίζει...

Το μεγάλο μας τσίρκο



"Μεγάλα νέα φέρνω από 'κει πάνω
περίμενε μια στάλα ν' ανασάνω
και να σκεφτώ αν πρέπει να γελάσω
να κλάψω, να φωνάξω, ή να σωπάσω


Οι βασιλιάδες φύγανε και πάνε
και στο λιμάνι τώρα, κάτω στο γιαλό
οι σύμμαχοι τους στέλνουν στο καλό

Καθώς τα μαγειρέψαν και τα φτιάξαν
από 'ξαρχής το λάκκο τους εσκάψαν
κι από κοντά οι μεγάλοι μας προστάτες
αγάλι-αγάλι εγίναν νεκροθάφτες

Και ποιος πληρώνει πάλι τα σπασμένα
και πώς να ξαναρχίσω πάλι απ' την αρχή
κι ας ήξερα τουλάχιστον γιατί


Το ριζικό μου ακόμα τι μου γράφει
το μελετάνε τρεις μηχανογράφοι
Θα μας το πουν γραφιάδες και παπάδες
με τούμπανα, παράτες και γιορτάδες

Το σύνταγμα βαστούν χωροφυλάκοι
και στο παλάτι μέσα οι παλατιανοί
προσμένουν κάτι νέο να φανεί

Στολίστηκαν οι ξένοι τραπεζίτες
ξυρίστηκαν οι Έλληνες μεσίτες
Εφτά ο τόκος πέντε το φτιασίδι
σαράντα με το λάδι και το ξύδι

Κι αυτός που πίστευε και καρτερούσε
βουβός φαρμακωμένος στέκει και θωρεί
τη λευτεριά που βγαίνει στο σφυρί

Λαέ, μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι
μην έχεις πια την πείνα για καμάρι
Οι αγώνες που' χεις κάνει δεν 'φελάνε
το αίμα το χυμένο αν δεν ξοφλάνε

Λαέ, μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι
η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή
του σκλάβου που του μέλλει να θαφτεί "

(Παράσταση: "το Μεγάλο μας Τσίρκο"
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Τραγούδι: Καρέζη - Ξυλούρης)

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Γιατί στο 40% η αποχή;

ΟΤΑΝ ΣΒΗΣΤΕΙ Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΣΗΜΑΙΑ ΣΤΟΝ ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟ

ΤΟΤΕ ΘΑ ΓΕΛΑΣΩ

μέχρι τότε δεν έσιει τίποτε..
δεν αντέχω άλλη μέρα με χίλια προβληματα στο κεφάλι να αντικρύζω φάτσα φόρα την κωλοσημαία τους
δεν αντέχω άλλη μέρα να την δω για καλημέρα
όσους εξευτελισμούς κι αν έχω βιώσει αυτός είναι ο πιο άδικος
δεν γίνεται
δεν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση
άρχισα και ΔΕΝ ΤΟ ΑΝΕΧΟΜΑΙ ΓΑΜΩΤΟ ΔΕΝ ΤΟ ΑΝΕΧΟΜΑΙ ΑΛΛΟ
ΑΥΡΙΟ ΝΑ ΠΑΙΞΕΤΕ ΟΥΛΛΟΙ ΠΟΥΡΟΥ ΤΖΙΑΙ ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΒΛΙΑΣΕΤΕ ΤΗΝ ΚΩΛΟΣΗΜΑΙΑ
ΝΑ ΠΠΟΥΝΙΆΡΕΤΕ ΤΗΝ ΠΟΥΡΟΥ
ΟΠΟΥ ΔΕΙΤΕ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΝΑ ΤΟΥ ΦΤΥΣΕΤΕ

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΥΤΗ
ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΑΛΛΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

Τώρα; ( επαυξημένο)

Δεν υπάρχει πιο πολυσήμαντη λέξη από το "τώρα", όταν αυτή συμμετέχει σε ερωτηματικές προτάσεις:

"Τώρα τί κατάλαβες;"=ήσουν ξεροκέφαλος και επέμενες μέχρι που τα έκανες σκατά
=είδες που σου έλεγα να μην το κάνεις
=είδες που σου έλεγα να το κάνεις
=είσαι βλάκας/βλαμμένη

"τώρα τί θέλεις;"=πάλι με ενοχλείς
=όταν σε χρειαζόμουν δεν ήσουν εκεί, τώρα να φύγεις
=έτσι που τα έκανες δεν σε σώζει τίποτα
=φύγε

"τώρα θυμήθηκες;"=
είσαι βλάκας/βλαμμένη
=άργησες
=το πουλί πέταξε

"Τώρα τί έγινε"=ποια δικαιολογία βρήκες πάλι;
=μια ζωή προβλήματα είσαι
=ποιος μαλάκας χαλάει τη ζαχαρένια μου
= ασε ρε μην σκοτίζεσαι, σκατά είναι όλα αλλά πές δεν έγινε τίποτα

"και τώρα τί γίνεται;"=τα κάναμε θάλασσα
=πες μου τί να κάνω μην σε πάρει και σε σηκώσει
=αν δεν με έβλεπε κανείς θα έφευγα αλλά τώρα πρέπει να βρώ μια λύση
=την πάθαμε

"τώρα;θυμήθηκες;"= χαστουκίζω ωραία, έτσι δεν είναι;
= τα ξέρω όλα

"τώρα σου ήρθε;"=είναι αργά
=μπορούσες και πριν αλλά σφύριζες αδιάφορα
=είσαι βλάκας/βλαμμένη

"τώρα;"= "εμείναμεν σαν έμεινεν ο Χατζημάρκος πέρσι..."
=δεν υπάρχει σωτηρία
=ΧΕΛΠ!
= την κάτσαμε τη βάρκα
=σάστα τζιαι γύρασιν
=τα κάναμε σαν τα μούτρα μας, πες κάτι και συ, όχι πως θα με πείσεις

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

Θερμή παράκλησις

Έλεος πια με τα ημερολόγια τοίχου που παρελαύνουν στα βιντεάκια του youtube! Δεν υπάρχει πιο ξενερωτικό πράγμα από το να ακούς ένα τραγούδι και να παρελαύνουν μπροστά σου, από αισθησιακές, νερουλορομαντικές φωτογραφίες, μέχρι πάπιες σε λίμνες και ηλιοβασιλέματα. Ειλικρινά δεν υπάρχει πιο αναντίστοιχο πράγμα, όσο κι αν θεωρείτε ότι αυτές οι εικόνες είναι που μας έρχονται στο νου.
Πάντως, πρέπει να πούμε ότι παίζει μια περίεργη φάση σ'αυτό το ζήτημα. Αυτό που κάνει κάθε αθκιασερός που τυχόν αποφασίσει να "σκηνοθετήσει"ένα τραγούδι, είναι να παίρνει καταλέξιν τους στίχους στην κυριολεκτική τους έννοια. Π.χ λέει το τραγούδι "για σένα λιώνω"; Να σου το παγωτό χωνάκι ή το κερί στην καλύτερη περίπτωση, και αμέσως μετά μια γυμνή καλλονή με το κεφάλι στα γόνατα. "Δυο πόρτες έχει η ζωή": δύο εικόνες με μια πόρτα η κάθεμια. Τα ηλιοβασιλέματα πάντως μονοπωλούν η αλήθεια (κυρίως στις γέφυρες ) όπως και οι νεραϊδες, τα ξωτικά, τα ψηλά βουνά, οι πεδιάδες κ.α, που αποτυπώνουν κι αυτά το όλο ξενέρωμα. Και φυσικά με τα λουλούδια και τα παρτέρια, βασικούς κομπάρσους.
ΛΥΠΗΘΕΙΤΕ ΜΑΣ

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2009

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

Πούποτε

Αλλη μια συναυλία που έχασα...

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

Τίποτα

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

Η Πόλη..

- Άτε γιαγιά φάε τζιαι τούντην κουταλιά για να μας δώκουν πίσω την Πόλη!
-Εν με κόφτει..
-Που θα πάρουμε την Πόλη;
-Εμμε κόφτει λαλώ σου, τωρά που είμαι στο γεροκομείο τζιαι τζυλούν με πας το καρροτσίν, τί να την κάμω την Πόλη;
-Αν ήσουν νέα όμως;
-Αααα..αν ήμουν νέα..αν ήμουν νέα, ήταν να φορήσω το καλό μου το φουστάνι τζιαι θα επήαιννα στον τατά μου
-γιατί;
-για να μου δώκει την ευτζιήν του να πάω να προσκυνήσω...

( πραγματικός διάλογος με εμένα σε κάποια γωνιά να ανατριχιάζω)

Επάλληλα και κατακόρυφα (συνέχεια)

Ξύπνησε αργά σήμερα. Αργία. Χτες πέρασε μια πολύ δύσκολη μέρα περιπλανώμενη ώδε κακείσε ( της άρεσε αυτή η έκφραση, την είχε βάλει και ως τίτλο στο μπλογκ της), μέχρι να πάρει το αυτοκίνητο της και να φύγει. Η κολλητή της της χτυπούσε τα τηλέφωνα όλη μέρα αλλα δεν γούσταρε να μιλά όταν ήταν κακόκεφη. Δημιουργούνταν παρεξηγήσεις, οι άλλοι το έπαιρναν προσωπικά σαν άρνηση διαλόγου με αφορμή τους ίδιους και είχε τραβήγματα. Μην σου πω ότι και στα μπλογκς τελευταία μια "φίλη"της ( με πόση ευκολία χρησιμοποιούμε τον όρο καμιά φορά) της κήρυξε πόλεμο γιατί δεν είχε διάθεση να καλαμπουρίσει και να γράψει ποιητικά. Το πιο σοφό είναι να εξαφανίζεσαι. Καιρός να το μάθει.
Δεν είχε ζήσει μεγάλες συγκινήσεις στη ζωή της. Έναν μεγάλο έρωτα, μια σοβαρή αρρώστια, ένα πόλεμο, έναν φόβο, ένα ρεζίλεμα. Τα πάντα περνούσαν ίδια κι απαράλλαχτα. Ίσως γι'αυτό να ήταν περιζήτητη φίλη. Δεν φόρτωνε σε κανένα τα προβλήματά της. Εντάξει, ο Πέτρος δεν την αγαπούσε. Της έστελνε σηματα, αυτή αρνιόταν και όταν αποφάσισε και χώνεψε, ότι οκ, καλά μάλλον θα περάσει, ας ενδώσει, την απέφευγε και δεν της μιλούσε. Καλύτερα. Όταν θα ερχόταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής της θα το καταλάβαινε από την αρχή. Θα ερχόταν σαν καταιγίδα. Προς το παρόν όμως αυτό δεν την απασχολούσε. Ήθελε νόημα. Ήθελε και να ανασάνει οικονομικά, να κερδίσει το λαχείο της και να πάει να αποτελειώσει τις σπουδές της. Ήθελε να αλλάξει διαμέρισμα, να βρει ένα πιο μεγάλο, ήθελε να αγοράσει όργανα γυμναστικής, ήθελε μια ξαπλώστρα , ένα καλό βιβλίο και τον ήλιο απέναντι. Ήθελε να κοιμηθεί.
Αυτά όλα τα έγραφε στο διαδικτυακό της ημερολόγιο. Είχε μάλιστα σκανάρει και δικές της ζωγραφιές και τα διακοσμούσε. Δεν την ένοιαζε αν τις έκλεβαν. Σήμερα είχε βάλει για ποστ το "Ζωή κλεμμένη"της Αρβανιτάκη. Ένα ωραίο βιντεάκι που θα έδινε την εντύπωση ότι κάτι είχε κι αυτή ένα βασανάκι, κάτι συναισθηματικό. Ο ψυχαναγκασμός του " έχω προσωπική, συναισθηματική ζωή και το δείχνω", της εντυπώθηκε, όταν πολλοί ανώνυμοι στο μπλογκ την αποκαλούσαν γεροντοκόρη και αγάμητη γιατί κάποτε ασκούσε κριτικές σε διάφορους. Μεγάλος φασισμός κι αυτός, διαφυλικός. Αν υπέγραφε ως άντρας, θα εισέπραττε τέτοιου είδους σχόλια;
Πήρε να διαβάζει απόψε ένα κείμενο σ'ένα μπλογκ ενός άντρα.
Τίτλος "Εσύ". Περίεργη και η διεύθυνση. "Εν γη Ναϊδ". Σε πολυτονικό.
Εσύ θες να ‘μαι καλά. Θες, λες, να χαμογελάω. Προσφέρεσαι να ‘ρθεις να με πας πάλι μια βόλτα με τ’ αμάξι. Μα δε βρέχει πια, καρδιά μου, δεν το βλέπεις..; Δε θα σου πω να σταματήσεις λίγο, να κατέβω να γίνω μούσκεμα ξανά. Κι αν οι λιακάδες είναι κι αυτές όμορφες, ποια σημασία έχει πια να μοιράζομαι τα όμορφα μαζί σου; Ποια σημασία έχει να μοιράζομαι οτιδήποτε μ’ οποιονδήποτε τώρα πια; Μεταμεσονύχτιοι περίπατοι σε ερημωμένα χωριά, κρύο· να μου λες κάποτε πως σκιάζεσαι, να σε καθησυχάζω, να σφίγγεις το χέρι μου στο δικό σου, να βγαίνω στο ψιλόβροχο να σου μαζεύω βατόμουρα. Δυο-τρεις φωτογραφίες μου τραβηγμένες από σένα, δυο-τρεις φωτογραφίες σου τραβηγμένες από μένα. Τι απ’ όλα μέτρησε τελικά; Ίσως μόνο ο στίχος που κατάφερες να καταλάβεις:

Και σου τραγουδώ· δεν μπορώ να κλάψω...

Εσύ φεύγεις σε μια βδομάδα. Και δεν είναι πως όταν θα ‘χεις φύγει, η μπίρα μου θα ‘χει αλλιώτικη γεύση· μόνο που θα την πίνω και πάλι μοναχός. Όσο κι αν με θλίβουν οι αποχωρισμοί, τους έχω πια – ας το πούμε – συνηθίσει. Εσένα σε περιμένει η ζωή σου εκεί. Εκεί σε περιμένει η ζωή. Δεν έχω δικαίωμα να σου πω πως θα μου λείψεις. Μα θα μου λείψεις, ρε μπαγάσα... Εκείνες οι σιωπηλές βραδιές στις βεράντες του καλοκαιριού. Εκείνα τα δυνατά, αβίαστα γέλια, στα σκαλιά της εκκλησιάς έξω απ’ το πατρικό μου ξημερώματα. Εκείνοι οι ψευτοθυμοί σου, οι επί μήνες αποκλεισμοί σου, οι ποινές που μου επέβαλλες. Η εμμονή σου στα ακριβά ρούχα, οι λεκέδες από παγωτό στα Gant σου, ο αστακός στα Nautica σου. Μεσοπέλαγα πέρυσι, θυμάσαι τους στόχους που βάλαμε; Εσύ τους πέτυχες· και με το παραπάνω. Κι είμαι πολύ περήφανος που σ’ έχω δει να τους πετυχαίνεις. Εγω, ας μην τα ρωτάμε... Θα σε σφίξω στην αγκαλιά μου, σαν γυρνάς να φύγεις. Και θα σου χαμογελάω, σαν τότε που έφευγες για τη Βιέννη. Έμαθες πια να πετάς: πέτα. Έμαθες πια να ζεις: ζήσε.

Εσύ κάνεις τα πάντα για να με βλέπεις να γελάω· έστω, για να με βλέπεις. Τίποτα – ούτε καν πάνω στ’ αστείο – δε σου ζήτησα, που δεν έχεις καταφέρει να μου φέρεις. Ορκίστηκες στο παντα· αυτό το πάντα που εγώ τόσο έχω φοβηθεί... Ορκίζεσαι πως δε θα μ’ αφήσεις μόνο. Μα εγώ το μόνος πια δεν το φοβάμαι. Εγώ πιο πολύ φοβάμαι μάλλον το μαζί. Γέμισες τη ζωή μου με μουσικές και με υποσχέσεις που τηρήθηκαν. Εδώ και χρόνια, κανείς δε μ’ αγάπησε τόσο όσο μ’ αγάπησες εσύ. Ή έστω, κανείς δε μου ‘χει αποδείξει αυτή την αγάπη στο βαθμό που το ‘χεις κάνει εσύ. Και πού σε βγάζει αυτή η αγάπη; Και πού με βγάζει τούτη η αγάπη; Μάτια μου, δεν την βλέπεις που χτυπά πάνω στον τοίχο μου; Δεν την βλέπεις που ματώνει; Μάτια μου… Βρες να την δώσεις αλλού όλη τούτη την αγάπη που ‘χεις μέσα σου. Πριν σε σκοτώσει.

Εσύ μοιράστηκες τις πρώτες μου μέρες στη Στρατηγού Τιμάγια. Και κυρίως τις πρώτες μου νύχτες... Ετοιμαζόμουν για τη δουλειά προσέχοντας να μη σε ξυπνήσω, επέστρεφα και σ’ αντίκριζα να γεμίζεις το σπίτι μου. Μου ‘δωσες μια ψευδαίσθηση να ζω, για μια βδομάδα. Όμορφη ψευδαίσθηση, δε λέω… Μ’ είχε δει ευτυχισμένο ξανά μετά από τόσα χρόνια που με ξέρει, να λέει ο Σταύρος. Με τρώει ένα κάτι που δε σου λέω, να λες εσύ. Κι εγώ να γυρνάω το βλέμμα αλλού. Όλα όσα σου ‘πα ότι με τρώνε είναι αλήθεια. Μα δεν είναι η αληθεια… Την αληθεια σε ποιον να την πω; Και ποιον, αλήθεια, έχω τώρα να την πω..; Θα σωπαίνω για καιρό πάλι. Και θα λέω πάλι πως είμαι καλά, σ’ όποιον ρωτά. Κι άμα τύχει να με δουν, θα επιστρατεύω όση δύναμη μου έχει απομείνει για να το δείχνω τούτο το καλά. Και θα κρύβω τα μάτια μου· όσο μπορώ πιο καλά. Σου το ‘πα πως πια μου σώνεται το όποιο απόθεμα κουράγιου. Και μαζί το όποιο απόθεμα χρόνου. Και πως είν’ εύκολο να το κάνω το λάθος. Μόνο μη με ρωτήσεις αν θα ‘μαι ευτυχισμένος, για το Θεό… Κι αν δεν είμαι, εσύ να το πιστέψεις το ψέμα. Γιατί αυτό το ψέμα θα το ‘χω πιστέψει κι ο ίδιος. Εδώ κατάφερα να πιστέψω αλήθειες κι αλήθειες...

Εσύ είσαι καλύτερα· και σε βλέπω καλύτερα και σε χαίρομαι. Σ’ είχα δει στα πολύ άσχημά σου πριν κάτι μήνες. Τότε δεν ήμουνα εγώ στα δικά μου τα άσχημα. Άσχημος συγχρονισμός; Το αντίθετο, υποθέτω… Πήγες κι έψαξες και μου βρήκες το δρόμο που βγάζει στο Bingöl. Πήγες και μου βρήκες εισιτήρια και πτήσεις και εικόνες απ’ το καθοδόν... Μ’ αγαπάς, μου λες. Το νιώθω. Μα θα μ’ αγαπάς και τώρα; Τώρα που φεύγω; Θα μ’ αγαπάς και μετά; Μετά, όταν θα ‘χω φτάσει; Ελάχιστη ίσως σημασία έχουν οι απαντήσεις. Ίσως κι εσύ να με θες καλύτερα. Έχει όμως συνέπειες το ‘καλύτερα’ το δικό μου, θυμάσαι; Θα σου είμαι και πάλι λιγότερο γνώριμος. Θα σου είμαι και πάλι πιο ξένος. Πόση δύναμη θα έχεις, να συνεχίσεις να αγαπάς έναν ξένο;

Εσύ μου ζητάς σαν χάρη, λες, να πάψω να ξοδεύω τη ζωή μου. Σου ‘χω μεγάλη συμπάθεια· κι είναι περίεργο αυτό, γιατί καθόλου δε σε ξέρω – με την κλασική έννοια. Μου μιλάς μέσα από πρίσματα, από σταυροδρόμια, από μεταίχμια, από βυθούς, από στρόβιλους. Κι εγώ τα καταλαβαίνω όλα. Όλα αυτά τα αποσπασματικά, όλα αυτά τα αινιγματικά, όλα αυτά τα διατεθλασμένα, όλα αυτά τα πρωτόγνωρα. Τα επαγγελματικά σου διλήμματα, τα Chesterfield τα μπλε, τη θέα της Άνω Πόλης, το φιλαράκι που είχες απ’ τα περσινά σου γενέθλια, το κάμπινγκ στη Χαλκιδική… Μου είναι πολύτιμα τούτα τα αποσπασματικά σου, όλα όσα επιλέγεις να μοιραστείς μαζί μου. Κι αν δεν ξέρω πού με βγάζουν, κι αν μέσα μου το το μαντεύω πού με βγάζουν, εκεί θα τ’ αφήσω όλα. Εκεί: στη γωνιά της καρδιάς μου εκείνη, όπου έχω φυλαγμένα τα πολύτιμα.

Εσύ... Εσύ δεν υπάρχεις. Μέσα σ’ όλα τούτα τα πεπραγμένα, τα παρελθόντα, τα τετελεσμένα, σε θυμάμαι όλο και λιγότερο υπαρκτή. Χάνεσαι, αλαργεύεις· ξεθωριάζεις όλο και πιότερο: κάπου ανάμεσα στις πραγματικότητες που με προσπέρασαν από πέρυσι τέτοιες μέρες – εκείνη η 4η του μηνός Ιουνίου· εκείνη η 8η του μηνός Ιουλίου –, κάπου ανάμεσα στα χρόνια από τότε που σ’ έχασα, και κάπου ανάμεσα στην αιωνιότητα από τότε που σε γνώρισα. Δεν ξέρω τώρα πια γιατί απευθύνομαι, έστω, και σ’ εσένα. Δεν το ξέρω... Δεν το ξέρω και δεν το καταλαβαίνω. Σε ξέρω μήπως; Δεν σε ξέρω. Υπάρχεις μήπως; Δεν υπάρχεις.

Εσύ κάποιον άλλον αγάπησες. Εσύ κάποιον άλλον ερωτεύτηκες. Εσύ κάποιον άλλο συμπάθησες. Αυτό λοιπόν τον κάποιο άλλο σ’ τον αφήνω.

Εγώ φεύγω."


Να, κάτι τέτοιο να ζούσε, κάτι τόσο έντονο. Μια τέτοια απογοήτευση. Κάτι δυνατό. Έγραψε ένα σχόλιο, φροντισμένο ώστε να δίνει την εντύπωση ταύτισης.
Aποθήκευσε ( ή έτσι νόμισε) το κείμενο στο μπλόγκ στις αναρτήσεις. Θα έφτιαχνε αύριο, κάτι με μια γυναίκα να διαβάζει τέτοιο κείμενο. Τώρα όμως νύσταζε. Πάτησε χωρίς να το καταλάβει το "δημοσίευση". Πήγε για ύπνο και ονειρεύτηκε ότι ήταν ταξιθέτρια και άλλαζε τις θέσεις τον θεατών με βάση την χρονολογία γέννησης. Είδε πολλούς γνωστούς οι οποίοι διαμαρτύρονταν. Προσφέρθηκε σε δύο άγνωστες γυναίκες με μαύρα μαλλιά να τους τηγανίσει πατάτες. Όταν ξύπνησε, πήγε στον υπολογιστή. Οι γνωστές βρισιές από τον Μενέλαο που ήθελαν μετριασμό. Αυτή την φορά, εκτός από "πουτάνα" της έλεγε για κιτρινίλες συναισθημάτων, ότι θα την σκότωνε και θα την σάπιζε στο ξύλο, ότι το ποστ της έδειχνε ότι γινότα άντρας, ότι θα πέθαινε στα σκουπίδια και ότι ήταν "κοινωνική πλέμπα".
Ιδού τί διάβασε σήμερα για να της ανυψώσει για μια ακόμη φορά το ηθικό και να την κάνει να κλειστεί μέσα τρομοκρατημένη :
"Αναθεώρηση σχολίων
Σχόλια ανά σελίδα: 5 10 25 50 100 300 Μη Θεωρημένα Σχόλια (Ταξινόμηση: Όνομα Ανάρτησης, Ημερομηνία Σχολίου)
Επιλέξτε: Όλες, Καμία
Δημοσίευση Απόρριψη 1 – 3 από 3
Αυτό τον χώρο εδώ μέσα θα τον βλέπεις και θα σπας ... Αυτό τον χώρο εδώ μέσα θα τον βλέπεις και θα σπας και θα χτυπιέσαι μέσα στα σκατά για όλη σου τη ζωή ξεφτυλισμένο σκουπίδι. Θα σε κάνω γομάρι από τα συναισθήματα, να σπάνε τα μάτια σου από την κιτρινίλα πουτάνα βρωμιάρα!!
Δημοσίευση Απόρριψη (Μενέλαος) 8/6/2009
Μάζευε τα σκουπίδια σου ξεφτυλισμένω πουτάνα από ε... Μάζευε τα σκουπίδια σου ξεφτυλισμένω πουτάνα από εδώ μέσα μη σε γαμήσω και εσένα και την πλέμπα τη μάνα σου την άρρωστη. Φάε σκατά κοινωνικό κατακάθι, έχω τα αρχίδια και τη δύναμη και σας κλείνω τα σπίτια.
Δημοσίευση Απόρριψη (Menelaos) 8/6/2009
Εγώ δεν κατάλαβα ποια είναι αυτή η γυναίκα που γίν... Εγώ δεν κατάλαβα ποια είναι αυτή η γυναίκα που γίνεται άντρας. Για κάνε μας ένα εξπλέιν πρωτού πας παρακάτω γενικώς...
Δημοσίευση Απόρριψη (Μενέλαος) 8/6/2009
1 – 3 από 3
Επιλέξτε: Όλες, Καμία"

Καμία...

Αυτά και πολλά άλλα παρόμοια ωραία είχε την τύχη να διαβάζει από το συγκεκριμένο. Τελευταία αποφάσισε να μην τα δημοσιεύει. Πριν τα κόψει χαζευε τις επιλογές και αναλογιζόταν την αντιδημοκρατικότητα της πράξης της με αποτροπιασμό. Από την άλλη, όταν τις έβριζαν ολόκληρο το σόϊ, έστω κι αν δεν είχαν ιδέα και απλά εκτόνωναν την ασθένεια τους, δεν είχε στην ουσία άλλη επιλογή. Της έκανε εντύπωση πάντως που είχε αποκλειστεί από μπλογκς αλλονών για σχόλια κοσμιότατα σε σχέση με τα παραπάνω. Προσπαθεί να ξεχάσει τί διάβασε.
Ανοίγει το ιστολόγιο. Ναι. Είχε δημοσιεύσει ξένο ποστ. Γι'αυτό φώναζε ο άλλος. Ήταν ένα πολύ ανώτερο ποστ από τα δικά της. Ναι΄ηταν ποστ ενός άντρα. Είδες τί σχόλια θα έπαιρνε το κείμενο αυτό αν ήταν γραμμένο από γυναίκα; Ή μήπως πρόκειται απλά περί αρρώστου ( πάντα τέτοια έγραφε αυτός, εδώ και δύο χρόνια, καθημερινα).Το αφαίρεσε, επεξήγησε την παρεξήγηση σε ποστ, άφησε τα σχόλιο για αναθεώρηση και πείστηκε για ακόμη μια φορά για τις διακρίσεις ανάμεσα στα φύλα.
Έψησε τον καφέ με μια πικρή, πολύ πικρή απογοήτευση και τον ήπιε φωτογραφίζοντας το γκαζάκι.

Ο δαίμων του μπλογκεργραφειου

ΑΠΟΛΟΓΟΥΜΑΙ ΠΟΥ ΕΒΑΛΑ ΕΤΣΙ ΞΕΚΑΡΦΩΤΟ ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΠΟΣΤ , ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΑΛΛΑ ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΥΠΕΡΟΧΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΛΟΓΚ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ. ΕΚ ΠΑΡΑΔΡΟΜΗΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΑ ΕΝΩ ΤΟ ΕΙΧΑ ΕΝΤΑΞΕΙ ΣΤΗΝ ΑΦΗΓΗΣΗ ΜΕ ΕΓΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΜΟΥ, ΣΥΓΓΝΩΜΗ ΛΑΖΑΡΕ.

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2009

Σιγά..



Μου λεν αν φύγω από τον κύκλο θα χαθώ
στα όρια του μοναχά να γυροφέρνω
Και πως ο κόσμος είν'ανήμερο θεριό
που όταν δαγκώνει εγώ καλά είναι να σωπαίνω
Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω
Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ' αλλάξω

Μα εγώ μ΄ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ'τις λύπες θα πετάξω

Σιγά μη κλάψω σιγά μη φοβηθώ
σιγά μη κλάψω σιγά μη φοβηθώ!

Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω

Σιγά μη κλάψω σιγά μη φοβηθώ
σιγά μη κλάψω σιγά μη φοβηθώ!

Μου λεν αν φύγω πιο ψηλά θα ζαλιστώ
καλύτερα στη λάσπη εδώ μαζί τους να κυλιέμαι
Και πως αν θέλω περισσότερα να δω
σ' ένα καθρέφτη μοναχός μου να κοιτιέμαι
Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω
Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ'αλλάξω

Μα εγώ μ΄ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ'τις λύπες θα πετάξω

Σιγά μη κλάψω σιγά μη φοβηθώ
σιγά μη κλάψω σιγά μη φοβηθώ!

Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω

Σιγά μη κλάψω σιγά μη φοβηθώ
σιγά μη κλάψω σιγά μη φοβηθώ

Γιάννης Αγγέλακας

Από δώ και μπρος


-Δεν θα σπαταλιέμαι με ανθρώπους που δεν το αξίζουν και είναι μόνο λόγια.
-Δεν θα ξαναδείξω εμπιστοσύνη και τρυφερότητα σε ανασφαλείς και κακούς ανθρώπους.
-Δεν θα ξανακάνω χιούμορ και δεν θα αυτοσαρκαστώ σε ανθρώπους που δεν έχουν τα αισθητήρια για να διακρίνουν είτε το ένα, είτε το άλλο.
-Θα εξωραϊζω τον εαυτό μου με ναρκισσιστικά ποστάκια.
-Θα κόψω τα καταθλιπτικά προσωπικά θέματα και θα μετατρέψω το μπλογκ μου σε μπλογκ "γενικής και χαρούμενης θεματικής" (μπα..)
-Θα σταματήσω να φοράω κλειστά παπούτσια ΗΡΘΕ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Ήντα πράμα;


Εκλογές;Ήντα εκλογές;Εμένα γιατί εν μου το είπεν κανένας; Προλαβαίνω να πάω τωρά να ψηφίσω ποιός θέλω να φύει;

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009

Ναι, γεια σας...


Παρακαλώ πριν φύγετε συμπληρώστε το πιο κάτω ερωτηματολόγιο:

1) Γιατί συμπληρώσατε το ερωτηματολόγιο στο "κυπριακά μπλογκς";
2) Ποιός νομίζετε ότι διεξήγε την ερεύνα;
3) Πως νιώσατε που δώσατε πληροφορίες για σας;
4) Θεωρείτε αναγκαία μια τέτοια διαδικασία;
5) Γιατί;

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

Επάλληλα και κατακόρυφα (συνέχεια)

Αργησε να καταλάβει τί έγινε. Όπως έκλεισε την πόρτα πίσω της, είδε σειρά τα πλακάκια, βουβά και γκρίζα. Όποτε τύγχανε εγκατάλειψης, ή απογοητευόταν από κάτι, παρατηρούσε με θλίψη την μεταμόρφωση του χώρου. Η βουβαμάρα έπαιρνε τον λόγο και το κενό γύρω της την κατάπινε. Τελευταία, φωτογράφιζε τα πάντα. Με μόνο κριτήριο την ψυχική της κατάσταση: "εδώ κοίταζα όταν κατάλαβα πως δεν μ'αγαπά", "εδώ κοίταζα όταν μου είπαν απολύεσαι", "εδώ προσηλωνόμουν προσπαθώντας να μην κλάψω όταν μου είπανε εκείνα τα σκληρά λόγια". Δεν θα έβρισκες στο φωτογραφικό της αλμπούμ, δικές της φωτογραφίες. Οι δικές της φωτογραφίες ΄΄ηταν αποτέλεσμα του βλέμματος των άλλων. Η δική της εικόνα προέκυπτε από την πράξη της όρασης άλλων, και χρωματιζόταν από τον δικό τους ψυχισμό. Δεν της άρεσε να ανακατεύεται σε ξένες υποθέσεις. Σ'αυτή την καινούργια της δουλειά ωστόσο, της έτυχε μια κουτσομπόλα, κακεντρεχής και κομπλεξική συνάδερφος, που σχολίαζε κοροϊδευτικά τις πελάτισες και τις έπαιρνε και μάτι στα δοκιμαστήρια. Την φοβόταν, είναι γεγονός. Ανάθεμα την ώρα που παράτησε τις σπουδές της και τρέχει πωλήτρια και τηλεφωνήτρια, εδώ κι εκεί.
Είτε γιατί ήθελε άλλοθι, είτε για να μην της κολλάει και να της κάνει υποτιμητικά σχόλια, της είπε ότι ήταν αρραβωνιασμένη με κάποιο "Μάριο". Ντρεπόταν που μπήκε στην ανάγκη να πει τέτοιο ψέμα, και περισσότερο που υπέβαλλε την κολλητή της να ακούει κάτι ξεκάρφωτα "αγάπη μου" στο τηλέφωνο. Ακόμα δεν είχε καταλάβει γιατί έπρεπε να το κάνει. Ένας φανταστικός γκόμενος. Μα καλά είναι έφηβη;
Τί έχει πάθει; Τί σόϊ μικροαστικές ανάγκες και επιβεβαιώσεις έκρυβαν όλα αυτά;
Και άσε που αναγκαζόταν να περιμένει τάχα τον Μάριο στην στάση των λεωφορείων, μέχρι να σχολάσει η σουρτούκα η συνάδερφος.
Πήρε να κοιτάζει τις φωτογραφίες που τράβηξε.
Η απέναντι δεντροστοιχία έμοιαζε απελπιστικά ισομετρική και αν δεν διαμαρτύρονταν κάπως οι ρίζες των δέντρων στο χυμένο μπετόν, τότε η Άννα δεν θα προσηλωνόταν στα πλακάκια που ξεσηκώθηκαν και έμειναν σε στάση προσοχής, αποκαλύπτοντας ένα σκοτεινό στόμιο. Ήθελε να μπεί σ'αυτό το σκοτάδι, να κρυφτεί.
Ανάμεσα στις φωτογραφίες, και μια με έναν άντρα γύρω στα 40, με μπεζ παντελόνι και άσπρη φανέλα που εξείχε, γκρίζους κροτάφους και ίσια μαλλιά που ήθελαν κούρεμα. Ήταν μάλλον ο κάτοχος του κινητού και ο κάτοχος της πελάτισας με την οποία καυγάδισαν μέχρι να έρθουν. Δεν φαινόταν το πρόσωπο αφού το έκρυψε με τον αγκώνα για να σκουπίσει το μέτωπο με τον καρπό. Μια κίνηση απελπισίας, όπως και ο γρήγορος μεγάλος διασκελισμός του, η κίνηση του οποίου άφηνε μια άσπρη σκιά ανάμεσα στα σκέλη. Της άρεσε όταν αποτυπωνόταν η κίνηση. Περίεργο όμως. Η γυναίκα του διακρινόταν πολύ πίσω, στο βάθος, να μπαίνει σε άλλο αυτοκίνητο και να χαιρετάει μέσα στο κατάστημα ( που να ήξερε πόσο την θάβει η άλλη, οι χαιρετούρες την μάραναν). Τί αταίριαστο, περίεργο ζευγάρι αλήθεια! Μα καλά τί στο καλό πάθανε και μαλλώσανε; Για ένα τηλέφωνο;
Τέλοσπάντων, άς τα αφήσει αυτά τώρα, πρέπει να πάει πίσω στη δουλειά να πάρει το αυτοκίνητο.Πρέπει επιτέλους να σοβαρευτεί. Ούτε κατάλαβε πως βρέθηκε εδώ. Να: Όπως ήταν ζαλισμένη, ανέβηκε στο λεωφορείο που έφτασε, έδωσε μαζί του ένα γύρο στην πόλη και τώρα περιμένη από την άλλη μεριά αυτό που θα την πάει ξανά πίσω. Τα ήρεμα βλέμματα της συγκρατημένης απελπισίας των αλλοδαπών, η θλίψη και τα σπασμωδικά ξεσπάσματα χαράς κάθε που έβλεπαν ένα γνωστό που ανέβαινε εκείνη την ώρα στο λεωφορείο, της πρόσφεραν πολλές φορές περισσότερη αίσθηση πατρίδας από τις κακεντρέχειες και τα άγχη των ντόπιων. Κανείς δεν την παρατηρούσε για πάνω από ένα δευτερόλεπτο και χαζευε ο καθένας απ'το δικό του παράθυρο. Αυτό την ηρεμούσε αφάνταστα.

(συνεχίζεται)

Καλημέρα

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

Επάλληλα και κατακόρυφα ( συνέχεια)

Ο Χόμινους εξαφανίστηκε για λίγες μέρες και η Χομινία άρχισε να διαβάζει με μανία διαδικτυακά ημερολόγια, τουτέστιν μπλογκς. Η φάση έμοιαζε με λαθρανάγνωση, ένιωθε να εισβάλλει στον επιθυμητό (μη) χώρο αλλονών και της άρεσε να αναζητά λιγάκι δικό της εαυτό σε κάθε ξένη νέα ανάρτηση. Μετά την εξάφάνιση του Χόμινους, ανακουφίστηκε. ΄Πήρε να στοχάζεται την έννοια του κενού που σου αφήνει η άρνηση επικοινωνίας. Οντολογικά, η ύπαρξη σε ένα τσατ ,ορίζεται, όχι από την ταυτοποιημένη ανθρώπινη παρουσία ,αλλά από τα ίχνη που αυτές αφήνουν σε περιστασιακούς διαλόγους. Τελευταία, χάζευε στο απέναντι διαμέρισμα την αφίσα στο εφηβικό δωμάτιο του γείτονα. Ένας πίθηκος στο αποχωρητήριο να διαβάζει εφημερίδα προσηλωμένος. Η θεωρία της εξέλιξης καταλήγει στο αϋλο, στην ιδέα περί του πιθήκου, στις απογυμνωμένες βιολογικές ανάγκες που μοιράζονται από κοινού ανώτερα θηλαστικά όπως ο άνθρωπος. Αυτή είναι η θεωρία της. Τώρα. Πρέπει να σκεφτεί τί γίνεται με τα μπλογκς. Έχει ψωμί η υπόθεση. Καλή φάση.

Ο Χόμινους, γύρισε σοκαρισμένος στο σπίτι και κοίταζε αποσβολωμένος στο εσωτερικό του ψυγείου για 10 λεπτά. Στο τέλος, τράβηξε από το βάθος μια μπύρα και την έβαλε χωρίς να την ανοίξει στο σβέρκο. Το φώς από τις γρίλιες, έπεσε στο πρόσωπο του, με φωτοσκιάσεις περίεργες. Με αργά βήματα έβγαλε τον υπολογιστή από την πρίζα και πήρε να χαζεύει την αντανάκλαση του προσώπου του στην σκοτεινή οθόνη. Ήταν ιδρωμένος και αξύριστος. Καλά πως έτρεξε έτσι χωρίς να σκεφτεί οτιδήποτε, χωρίς να αλλάξει τουλάχιστον το φανελάκι που φορούσε από χτες; Ένιωσε τσαλακωμένος. Αυτή η αηδία με τον υπολογιστή πρέπει να τελειώσει. Πλάκα-πλάκα, τα πράγματα μπλέκονται και αυτός δεν έχει διάθεση. Βέβαια, σκότωσε την πλήξη και την ανία του αποφασιστικά. Θυμάται όταν πήρε τα ανίψια του να δουν μια ταινία με κάτι παιδιά που άνοιγαν μια ντουλάπα και μπαίνανε σε ένα άλλο κόσμο. Ένα άλλο κόσμο, όπου υπήρχαν άλλες μάχες να δοθούν, με την βασίλισσα παγωμάρα να κυριαρχεί. Έτσι και εδώ. Βέβαια όταν είδε τότε την ταινία, σαν καλός δάσκαλος με αδυναμία στην ιστορία, προσπάθησε να εξηγήσει στην Μαρία και στον Κώστα, ότι πρέπει να το δουν ιστορικά και αλληγορικά. Ότι πριν ξεκινήσει η περιπέτεια των μικρών, έγινε νύξη στον δέυτερο παγκόσμιο πόλεμο που τα ανάγκασε να πάνε να μείνουν μακριά, ότι η βασίλισσα που παγώνει τα πάντα είναι η φασιστική Γερμανία, ότι το λιοντάρι είναι η Βρεττανία ( το οικόσημο στο προεδρικό μέγαρο δεν μας αφήνει και να το ξεχάσουμε) , ότι τα παιδιά είναι οι ΗΠΑ που μπηκαν μεσούντος του πολέμου, και ότι η κινηματογραφική βιομηχανία ελέγχεται από κέντρα προπαγάνδας που πάντα θέλουν τους Αμερικάνους να σώζουν τον κόσμο. Είναι γεγονός ότι αυτή η ιδέα του είχε καταντήσει έμμονη αλλά του έδινε ένα πλάνο, ένα σχήμα, κατένειμε ρόλους, αποκωδικοποιούσε ακόμα και τις διαφημίσεις. Φοβόταν τις βεβαιότητες του εύπεπτου και το έπαιζε σωτήρας των αφελών. Βέβαια, τα παιδιά ούτε που ΄΄εδιναν σημασία, ο θείος ( που "ήτανε κρίμα γιατί η παρολίγον θεία βρήκε άλλον"), ήταν ένα άλλοθι και τους παρείχε μεταφορικό μέσο, στο κέντρο της πόλης, όπου τους άφηνε να βρεθούν με τους φίλους τους, μέχρι να τα πιεί κι αυτός και να περάσει να τους πάρει σε ένα καθορισμένο πάντα σημείο. Και όμως. Δεν τα έπινε. Από τότε που ο καλύτερος του φίλος πήγε μοναχός και τον παράτησε κοσμικό και σύξυλο, δεν έκανε γούστο να συχνάζει στα ίδια στέκια. Οι συνομίληκοι του ηταν όλοι συντροφιασμένοι και δεν του άρεσαν οι χαζές τους οι γυναίκες ( τεκνοποιημένα τσόλια του κερατά) και τα τετριμμένα καθημερινά προβλήματα του έγγαμου τους βίου. Δεν είχε όρεξη για τίποτα. Απλά οδηγούσε χωρίς προορισμό, και καθόταν μόνος σε χώρους σταθμευσης καπνίζοντας. Μετά από 1 μήνα βαρέθηκε τη φάση. Τους άφησε να καταλάβουν ότι τον έκαναν να νιώθει καλύτερα, ευχαρίστησε τον γαμπρό του και την αδερφή του (έφόσον αυτοί δεν το έκαναν είπε να το κάνει αυτός), και κλειστηκε στο σπίτι του. Πάνε 5 μήνες. Κανείς δεν ξέρει που χάνεται όταν κλείνεται μέσα. Κανείς. Μόνο η Χομινία.
Ανοίγει την μπύρα πάνω στο πληκτρολόγιο. Κλακ. Ευτυχως δεν έκανε αφρό. Δυστυχώς δεν είναι πιά παγωμένη.

( συνεχίζεται)

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009

Κλειστόν λόγω βλακείας

ΣΥΓΧΩΡΕΣΤΕ ΜΕ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ
ΕΚΠΕΜΠΩ SOS ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕ ΑΓΝΟΕΙ
ΜΟΛΙΣ ΒΡΕΘΟΥΝ ΤΑ ΣΥΝΤΡΙΜΜΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΥΝΤΑΧΤΩ ΘΑ ΓΡΑΨΩ ΚΑΤΙ ΤΗΣ ΠΡΟΚΟΠΗΣ.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ.

ΔΟΚΗΣΙΠΕΛΛΗ

ΑΚΟΥΩ

ΝΑΙ, ΠΑΡΑΚΑΛΩ; ΘΕΛΕΤΕ ΚΑΤΙ;

ΓΙΑΤΙ ΗΡΘΑΤΕ ΤΩΡΑ Σ'ΑΥΤΌ ΤΟ ΜΠΛΟΓΚ;

ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ;

Δεν άξιζε, ευτυχώς


Τίποτε, τίποτε...απλά κάτι μπήκε στο μάτι μου. Αυτό είναι όλο.

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Η λίστα ιστολογίων μου