Σάββατο, 18 Απριλίου 2009

Ιωάννου το ανάγνωσμα..

Της Ταφής και το Πάθους ( ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ)
Είμαι ένας διχασμένος, ταλαιπωρημένος απ’αυτό, άνθρωπος, κάτι ανάμεσα πιστού και απίστου. Δεν πηγαίνω ποτέ στην εκκλησία, όχι πως την μισώ –κάθε άλλο-, αλλά δεν έχω τον καιρό, την έχω βγάλει από το πρόγραμμά μου, και οτιδήποτε ξεμάθεις, δεν χωράει πια. Κάποτε πήγαινα ταχτικά σ’αυτήν, όταν ήμουνα παιδί ή έφηβος. Πήγαινα από δική μου ευχαρίστηση, όχι μονάχα γιατί μου το λέγανε, κι ένιωθα φίνα και ωραία. Δεν ξέρω αν πίστευα ή αν δεν πίστευα, δεν ένιωθα την πίστη, όσο για την απιστία, θα ήταν αστείο να την ένιωθα τον καιρό εκείνο. Πάντως, τη νύχτα παρέλυα από το φόβο μου, σκεφτόμενος πως μπορούσε να εμφανιστεί κανένας λαμπυριστός άγιος μες το σκοτάδι.

Τους αγίους τους φανταζόμουν, φυσικά, με τη μορφή που τους απέδιδαν οι εικόνες που κοιτούσα. Πηγαίναμε, κυρίως, στην Αχειροποίητο, αλλά και στην Αγιά Σοφιά Θεσσαλονίκης. Δεν μπορούσαμε να υποφέρουμε τις μικρές εκκλησίες, όπου δεν είσαι ποτέ μοναχός. Οι μεγάλες βυζαντινές εκκλησίες, με τις διαρρυθμίσεις τους, έχουν την ιδιότητα να σου πρσφέρουν ατομικό χώρο. Και φυσικά σου προσφέρουν καλύτερους ψαλτάδες, καλύτερους παπάδες, καλύτερη αντήχηση, ενίοτε και φωτισμό. Στην Αγιά Σοφιά ας πούμε, μπορείς να πετύχεις τον χώρο που θέλεις. Πίσω απ’τις κολόνες, τους πεσσούς, ανάμεσα στις κολόνες, μπροστά απ’αυτές ή μέσα στα παρεκκλήσια ή βαθιά στα σκοτεινά στασίδια της περισυλλογής και του βύθους.

Σ’αυτές τις δύο εκκλησίες, Αχειροποίητο κι Αγιά Σοφιά, οι γνήσιες βυζαντινές εικόνες είναι ελάχιστες, εκτός, βέβαια, από τα ψηφιδωτά της Αγιάς Σοφιάς, που δεν είναι και λίγα. Παντού όμως υπάρχουν εικόνες βυζαντινότροπες. Α, ν αι! Μια γνήσια ακόμα εικόνα-ίσως όχι βυζαντινή μα γνήσια- είναι αυτή που βρίσκεται στην Αχειροποίητο, στο νάρθηκα της, η Παναγία η Ρευματοκρατόρισσα, φερμένη από την αρχαία οικογενειακή μας κοιτίδα, τη Ραιδεστό. Είμαι ικανός να σφάξω ιδιοχείρως το υποκείμενο εκείνο που θα τολμούσε να την πειράξει.

Λέγω ότι τους αγίους τους φανταζόμουν μικρός να μου εμφανίζονται με τη βυζαντινή τους μορφή. Και αυτή, για τα αγνά ακόμη μάτια, είναι οπωσδήποτε φοβερή, στεγνή και άσχημη, μαυρισμένο δέρμα και κόκαλα, γενειάδες, κουρέλια, πρόσωπα άτεγκτα με τον πικρό λόγο στα χείλη. Άλλο το θέμα αν παραδεχόμαστε τη ζωγραφική αυτή για την καλλιτεχνική δύναμή τους• η βυζαντινή ζωγραφική αποδίδει απαράμιλλα την αγιότητα, αυτήν την με κάθε κακοπάθεια αποκτημένη, τον θρίαμβο των αφύσικων θελήσεων της ψυχής και των θρησκευτικών επιταγών στο ταλαίπωρο σαρκίο. Κι ακόμα, το θρίαμβο της σάρκας απέναντι στο μαχαίρι, στο λάδι το καυτό, στο αναμμένο σίδερο, στο νερό, στην παγωνιά, στο κρέμασμα, στο σούβλισμα. Αυτή ήταν για αιώνες η ζωή και η τύχη των μαζών στην Ανατολή και αυτά αποδίδει η ζωγραφική της• όχι μονάχα τη χριστιανική αγιότητα, αλλά την αγιότητα. Το παιδί, όμως αυτά τα βλέπει και τα φοβάται πάρα πολύ.

Όταν μας βομβαρδίζανε, μέσα στα υπόγεια κρυμμένοι, τα οποία δεν παρείχαν φυσικά καμιά ασφάλεια παρά ξεγέλασμα μόνο, λέγαμε γονατιστοί προσευχές. Ο καθένας τη δική του, μην προσέχοντας και μην αρκούμενος στην προσευχή του πλαϊνού. Λέγαμε, φυσικά, προσευχές τυποποιημένες, δηλαδή, «πάτερ ημών», «Κύριε ελέησον», « Μέγαν εύρατο εν τοις κινδίνοις» « Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής και των φτωχών υπερασπιστής» ,
«Τη υπερμάχω» , « Παναγία Παρθένα, σώσον ημάς», και όλα αυτά γρήγορα, χωρίς ανάσα, σε πεζό λόγο βέβαια, για να μην μείνει κανένα κενό, να σχηματίζεται συνεχής προστατευτική ομπρέλα από πάνω μας, ιδίως τη στιγμή που τα εχθρικά αεροπλάνα βρίσκονταν απάνω μας και σφυρίζανε οι μπόμπες κι έσπαζαν μπρος στα μούτρα μας οι φεγγίτες και τα υπόγεια παράθυρα, μπάζοντας μέσα όλα τα χώματα του δρόμου ή και του σπιτιού μας. Κανείς πια δεν ήξερε τι έλεγε τότε.

Απ’ αυτά κι απ’αυτά βγάζω το συμπέρασμα ότι πίστευα, με τον τρόπο μου και το παιδικό μυαλό μου, και λυπάμαι που θα το πω, αλλά αναζητώ καμιά φορά έντονα τις στιγμές-ναι, τις στιγμές!- εκείνες.

Από τον καιρό όμως που μέσα στην Κατοχή έμπλεξα, με έμπλεξαν μάλλον, με τη μέθοδο των συσσιτίων, σε κάτι απαίσιες θρησκευτικές οργανώσεις, όπου όλα ήταν μαραμένα και στυγμά και όπου σε σειρές μαθημάτων αποδείκνυαν τα πάντα, ακόμα και τον ίδιο το Θεό, άρχισα να κρυώνω με τη θρησκεία. Εκεί συναπάντησα και ορισμένα από τα απαισιότερα, αντιπαθέστρερα προσώπατα, όχι μεγάλους μόνο αλλά και της ηλικίας μου, που ακομα τους έχω στην κεφαλή. Όλοι αυτοί περιφρονούσαν το Βυζάντιο, τη βυζαντινή μουσική και ζωγραφική, αλλά και τη διανόηση. Τα έβρισκαν όλα αυτά πολύ απλοϊκά, εύκολες λύσεις μέσα από την πρόθυμη πίστη. Αυτοί λάτρευαν τις χορωδίες και τους ηδυπαθείς Χριστούς, τις υπερβολές μιας θεολογικής συλλογιστικής, που έμπαζε το δυτικό καλογερισμό μέσα στην καθημερινή ζωή των ατόμων.

Δεν είχα θρησκευτική αναλαμπή ξανά, μου τη μάραναν. Και δεν προσευχήθηκα ξανά, δεν κατέφυγα στις τυπικές προσευχές μας• όχι γιατί δεν χρειάστηκε έκτοτε-χρειάστηκε και παραχρειάστηκε-, αλλά γιατί είχα αναγουλιάσει από τις ατέλειωτες και δήθεν « αυτοσχέδιες» προσευχές όλων εκείνων.

Τώρα πιο πολύ μελετώ, όταν μπορώ, τα κιτάπια της Ορθοδοξίας, τα επίσημα βιβλία της και ιδίως τα λαϊκά, καλογερίστικα κείμενά της. Οι άνθρωποι αυτοί θα μπορούσαν να γράψουν, αν έγραφαν καταλεπτώς, αριστουργήματα, αλλά συνήθως ακολουθούν τα τυποποιημένα πρότυπά τους.

Όπως και πολλοί άλλοι, έχω ονειρευτεί κι εγώ να γινόμουν ένας μοναχός, ένας καλόγερος, αλά να ζω εντελώς με τον δικό μου τρόπο. Και μόλις πάρω τη σύνταξή μου, θα το κάμω. Κι αυτό δεν απέχει πολύ. Έχω σκοπό να μαζέψω όλες τις μέρες και μερούλες, όλα τα ράκη των ημερών και των χρόνων, αποδώ κι αποκεί, υπηρεσίες στο στρατό, προϋπηρεσίες σε ιδρύματα, ακόμα και ώρες, αν είναι δυνατό, και, μόλις πατήσω την πρώτη-πρώτη συντάξιμη μέρα, θα τρέξω μακριά προτροπάδην. Για να μονάσω, φυσικά, όχι σε μοναστήρια και τα παρόμοια- δεν μπορώ να βλέπω μπροστά μου παμπόνηρους ηγούμενους και δεσποτάδες-, αλλά να μονάσω στο σπίτι μου, βλέποντας μονάχα όποιον εγώ θέλω, αρκεί, βέβαια, να το θέλει κι εκείνος.

Και θα είναι βυζαντινή, κατανυκτική, η ατμόσφαιρα μέσα στο κατάκλειστο σπίτι. Και θα περνάει ο καιρός προσεγγίζοντας. Και δεν θα εξέρχεσαι, για να βλέπεις τις αλλαγές και να σε ματώνουν. Να βλέπεις την ανατέλλουσα ή απαστράπτουσα ζωή και να συντρίβεσαι από τις συγκρίσεις. Θα αποφεύγεις τους πειρασμούς.

Δεν μπορώ να κάνω τίποτα πια. Ούτε να ενταχθώ, ούτε να ξεδιαλύνω, ούτε φανατικός να γίνω σε τίποτε. Ποθώ πάντα εκείνο το πρώτο άφημα, την εισαγωγή μέσα σ’αυτό τον κόσμο με την ψυχή κι όχι με το μυαλό μου. Δεν μ’ενδιαφέρουν οι λογικές αποδείξεις-καμιά λογική απόδειξη. Κανένα επιχείρημα από τους χώρους των παπαδίστικων χειρονομιών και των μυαλών που φοβούνται τα κενά των κατασκευών τους. Το μόνο που μ’ενδιαφέρει είναι αυτό που ακολουθούν, και όσο το ακολουθούν, οι ψυχές των πολλών απλών ανθρώπων.

Και δεν τα λέω αυτά για τα σκάνδαλα των παπάδων, που όλα τα πιστεύω χωρίς δισταγμό, μ’αφήνουν ολότελα αδιάφορο. Όπως, άλλωστε, και τους πολλούς. Δεν είναι καλύτεροι αυτοί που τους επικρίνουν ούτε είναι καλύτεροι εκείνοι που σκανδαλίζονται, Με ποιούς, άλλωστε, τα κάνουν οι παπάδες; Ούτε κι εγώ είμαι καλύτερός τους.


Ο Επιτάφιος μου αρέσει πολύ, περισσότερο μπορώ να πώ, κι απ’την Ανάσταση. Θέλω να υπάρχει μεγάλη παιδική χορωδία, εφηβική μάλλον και μεικτή. Οι φωνές των κοριτσιών είναι πολύ συγκινητικές για τα εγκώμια. Αλλά θέλω να είναι και μια μπάντα, με όλους εκείνους τους ταπεινούς ανθρώπους, που δεν προσδοκούν πια μισθούς και γαλόνια. Και να παίζει πένθιμα εμβατήρια. Και να είναι ακόμα η κουστωδία, αποδώ κι αποκεί, και οι προϊστάμενοι του Ναού οριζοντίως, οι Σαδδουκκαίοικαι Φαρισαίοι με τα χρυσά τους και τα διαμαντικά τους, οι Πόντιοι Πιλάτοι με τα καθαρά χέρια τους, οι Κυρηναίοι και οι Ιωσήφιδες, κλειστοί στον εαυτό τους, οι Μαγδαληνές και οι Κασιανές, οι Δαιμονισμένοι, οι Εγχειρισμένοι, οι Ακρωτηριασμένοι από πάθος για την αλήθεια τους, κι από πίσω το ποτάμι του λαού συνεπαρμένο, περπατώντας σ’αυτούς τους ίδιους δρόμους που διέρχεται τη μέρα εκατό φορές αλά που τώρα σαν να τους πρωτοβλέπει, και να κουβεντιάζει, να κουβεντιάζουν και λιγάκι, όπως κάνουν στις κηδείες φίλων και γνωστών, μην έχοντας, μη θέλοντας να έχουν, συναίσθηση για το τι επιτελείται εκείνη τη στιγμή• κι εγώ να συνοδοιπορώ απ’το πεζοδρόμιο, καθώς ποτέ μου δεν χωρώ μέσα στην κοίτη τους, και να διέρχονται από το μυαλό μου όλοι οι Επιτάφιοι που έχω ακολουθήσει σχεδόν κλεφτά κατά καιρούς σε εκκλησίες διάφορες ανα το πανελλήνιο: Αχειροποίητος, Αγία Σοφία, Παναγία Χαλκέων, Λαγουδιανή, Μονή Βλατάδων με τον Καλογερόπουλο, Παναγούδα, Άγιος Μηνάς, ο εξερχόμενος το απόγευμα, Προφήτης Ηλίας, Αγία Αικατερίνη, Δώδεκα Αποστόλοι οι εν Βαρδαρίω, Άγιος Δημήτριος ο εν τω Σταδίω, Άγιος Γεώργιος ο αποδιωγμένος εκ της Ροτόντας, Άγιος Κωσταντίνος εν των Ιπποδρομίω, απ’όπου εγένετο και η κηδεία Ζήσου του Χαρατσάρη, Άγιος Κωσταντίνος ο εν των Στρατοπέδω, φια τους φίλους του Στρατιώτου, Άγιος Βαρδάριος, ο εν Βρδαρίω.

Και ακόμα:
‘Αγιοι Ταξιάρχες Αθηνών, Άγιοι Απόστολοι οι εν τοις Αρχαίοις, Άγιος Φίλιπποας ο εν Δημοπρατηρίω, Άγιος Βασίλειος, ο της ενορίας μου, άγιος άγνωστός μου ο εν των Βασιλικώ κήπω, Κοίμησις Θεοτόκου Μοναστηρακίου, Άγιος Κωνσταντίνος, ο εν Ομονοία, γνωστός μου αυτός. Άγιος Γεώργιος Κερατσινίου.

Και ακόμα:
Καστρί Κυνουρίας μέσα στα μονοπάτια και στις βραγιές, Βεγγάζη Λιβύης μαζί με τους Συρορθόδοξους ψέλνοντας, Κασσάνδρα Χαλκιδικής με το φως των κεριών της μέλισσας, Φοίνικας Θεσσαλονίκης με τη φτωχολογιά και τους τσιγγάνους παραδέρνοντας. Και ακόμα ναός Στρατοπέδου « Παύλος Μελάς» , αίθουσα στρατώνος διασκευασμένη, τότε που υπηρετούσα εκεί πέρα.

Ω Θεέ μου, Θεέ μου δεν πρόκειται ποτέ να χορτάσω το μυστήριο. Δεν πρόκειται ποτέ να βαρεθώ να σε κηδεύω.

Γιώργος Ιωάννου
Εφ. « Πρωινή, 5/4/1980
( περιληφθέν στο: «Κοιτάσματα» , εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1990)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Η λίστα ιστολογίων μου