Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2008

Χαίρετε!

"Μικρά Ανέκφραστα Ζώα" του ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΦΟΣΤΕΡ ΓΟΥΑΛΑΣ (συνέχεια)

Η Φαίη και η Τζούλη κάθονται σε πετσέτες θαλάσσης, στην ακρογιαλιά, γυμνές, σε παραλία γυμνιστών στο Λος Άντζελες, λίγο μετά την αυγή. Έχουν τον ήλιο πίσω τους. Ο Ειρηνικός έχει ένα μαβί χρώμα που ξανοίγει. Ένα αδύναμο κύμα βρέχει πρώτα τα πόδια τους και μετά αποτραβιέται. Το χρώμα τ’ουρανού είναι αλλόκοτο.
Η Τζούλη εξηγεί στην Φαίη τα τρία εκείνα στάδια που διέρχονται τα ερωτευμένα άτομα μέχρις ότου γνωριστούν αληθινά μεταξύ τους. Πρώτα, ανταλλάζουν ανέκδοτα και τάσεις. Ακολούθως λέει ο ένας στον άλλο τι πιστεύει. Μετά ο καθένας παρατηρεί στον άλλο, κατά πόσον αυτό που κάνει, ανταποκρίνεται σ’αυτό που πιστεύει.
Η Τζούλη και η Φαίη ανταλλάζουν ανέκδοτα και αναφέρονται στις τάσεις του περασμένου μηνός. Η Τζούλη λέει στην Φαίη, ότι εκείνη, ως Τζούλη, αρέσκεται : στην σύγχρονη ποίηση, στις σκληρές γυναίκες, στις λέξεις με μια μόνο σημασία, στα πρόσωπα που αλλάζουν έκφραση κάθε δευτερόλεπτο, σε μια άσημη, περιορισμένη έκδοση μιας Καναδέζικης εγκυκλοπαίδειας που ονομάζεται «LaPlace’s Guide to Total Data», στην απαλή μυρωδιά της πούδρας που βάζουν στο πρόσωπό τους οι ηλικιωμένες γυναίκες και στο O.E.D..
« Κι όμως, υποθέτω πως θα έπρεπε να προσθέσεις, ότι η εγκυκλοπαίδεια αποδείχτηκε επικερδής»
Η Τζούλη οσφραίνεται τον αέρα που μυρίζει χωματίλα. « Πρέπει να παραμείνουμε σ’αυτό που παλιά μας έλεγαν οι δασκάλοι. Η εγκυκλοπαίδεια ήταν ο καλύτερος μου φίλος»
«Όταν ήσουν παιδί εννοείς». Η Φαίη αγγίζει τον ώμο της Τζούλη.
« Οι άντρες απλά εμφανίζονταν, ο ένας μετά τον άλλο. Λυπάμαι τόσο πολύ τη μαμά μου. Μ’αυτούς τους κενούς , μουλωχτούς άντρες, στους οποίους γαντζωνόταν, τον ένα μετά τον άλλο και ερχόντουσαν να μείνουν μαζί μας. Και από τους οποίους κανείς, έστω ένας, δεν μπόρεσε ποτέ να αγαπήσει τον αδερφό μου.
«Για έλα κοντά μου»
« Μερικές φορές τα πράγματα κατέληγαν τόσο άσχημα. Την θυμάμαι να ηγείται μιας αληθινά άσχημης ζωής. Αλλά φρόντιζε να μας κλειδώνει όλους στα δωμάτια όταν τα πράγματα γινόντουσαν τόσο άσχημα, για να μας γλυτώσει». Η Τζούλη χαμογελά αυτοσαρκαστικά. « Στις αρχές θυμάμαι μου έδινε μια ρίγα και ένα μολύβι. Για να ψυχαγωγούμαι. Ψυχαγωγούσα τον εαυτό μου με την ρίγα για ώρες»
« Και μένα πάντοτε μου άρεσαν οι ρίγες»
« Φτιάχνουν κόσμους. Μπορούσα να στήσω με τις γραμμές ολόκληρους κόσμους. Σαν μια ακατέργαστη μαγεία. Μπορούσα να περάσω έτσι μια ολόκληρη μέρα. Με τον αδερφό μου να παρακολουθεί».
Δεν πετάνε γλάροι στην παραλία την αυγή. Είναι ησυχία. Τα κύματα φουσκώνουν.
« Είχαμε όμως και τη σειρά εκείνη της καναδέζικης εγκλυκλοπαίδειας. Ο δεύτερος της άντρας κατάφερε να την πουλήσει σε ένα πλανόδιο πωλητή. Κράτησα μερικούς τόμους σε κάθε δωμάτιο στο οποίο μας κλείδωνε. Κατάφεραν, αληθινά , να γίνουν φίλοι μου. Οι γραμμές τους μου έδιναν μια αίσθηση συνοχής και παράλληλα ασυνέχειας. Κατάφερα να τους γνωρίσω σε βάθος» . Η Τζούλη κοιτάζει τη Φαίη. « Δεν πρόκειται να σου απολογηθώ αν αυτό σου ακούγεται αστείο ή μελοδραματικό».
« Καθόλου αστείο δε μου ακούγεται. Δεν υπάρχει τίποτα το αστείο σε ένα παιδί με βλαμμένο αδερφό και με μια μητέρα με άσχημη ζωή, που είναι μοναξιασμένο. Για να μην αναφέρω και το ότι το κλειδώνανε μέσα».
« Κοίτα όμως, στην ουσία αυτόν κλειδώνανε μέσα. Εγώ ήμουν εκεί για να τον προσέχω».
« Ένας αυτιστικός αδερφός δεν είναι και η καλύτερη παρέα σε κάποιον, ανεξαρτήτως πόσο πολύ τον αγαπά, αυτό πιστεύω», λέει η Φαίη, φτιάχνοντας με το δάχτυλο του ποδιού ένα τρίγωνο στην άμμο.
«Η φροντίδα του απαιτούσε πολύ χρόνο. Δεν ήταν όμως καλή παρέα, έχεις δίκιο. Αλλά κατέληξα να τον θέλω συνεχώς μαζί μου. Έγινε η δουλειά μου. Κατέληξε να είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητάς μου, κάπως. Ήταν αυτό που μου έδινε το δικαίωμα να υπάρχω. Και δεν ήμουν ούτε οκτώ χρόνων τότε..»
« Δεν μπορώ να καταλάβω πως και δεν την μισείς», λέει η Φαίη.
« Κανένας από τους άντρες της δεν άντεχε να τον έχει γύρω του. Ακόμα κι αυτοί που το προσπάθησαν, στο τέλος δεν μπορούσαν να τον ανεχτούν άλλο. Στεκόταν απλά και κοίταζε κουνώντας πάνω-κάτω τους ώμους. Παραπονιούνταν ότι, όποτε κοιτούσαν στα μάτια τη μαμά, εκείνος έμενε παρατηρεί έντονα» . Η Τζούλη τινάζει λίγο άμμο που είχε κολλήσει στα κοντά της μαλλιά.«Ωστόσο ήταν έξυπνος. Ζούσε βέβαια απόλυτα στον δικό του κόσμο, αλλά ήταν έξυπνος. Μπορούσε να κοιτάζει το ίδιο πράγμα για ώρες χωρίς να βαρεθεί. Και όπως αποδείχτηκε, μπορούσε και να διαβάζει. Διάβαζε αργά και ποτέ του μεγαλόφωνα. Δε ξέρω με τι του φαίνονταν να έμοιαζα6υν οι λέξεις». Η Τζούλη κοιτάει την Φαίη. « Κατάφερα και οι δύο να διαβάζουμε καλά, με την βοήθεια της εγκυκλοπαίδειας. Από πολύ νωρίς. Βοηθούσε τα μέγιστα η εικονογράφηση»
«Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πώς και δεν την μισείς»
Η Τζούλη ρίχνει μακριά ένα πετραδάκι « Και όμως δεν το κάνω, Φαίη»
«Σε παράτησε στο δρόμο γιατί ένας τύπος της είχε πεί να το κάνει»
Η Τζούλη κοιτά το κομμάτι της άμμου όπου είχε ρίξει το πετραδάκι. Η άμμος χωνεύεται στο νερό. « Αγαπούσε αληθινά αυτόν τον άντρα με τον οποίο ήταν τότε μαζί». Κουνάει το κεφάλι της. « Κατάφερε να τον κάνει να τον αγαπήσει. Έχω την εντύπωση ότι μ’εγκατέλειψε ώστε να μπορέσει να τον φροντίσει καλά. Της είμαι ευγνώμων γι’αυτό. Αν δεν έμενα χωρίς αυτόν από τότε, τώρα, δε θα μου είχε μείνει καθόλου εαυτός.»
«Μωρό μου..»
« Θα με τρέχανε εμένα στα νοσοκομεία στο τέλος, κι όχι αυτόν»
«Και τι δηλαδή, θα σταματούσε ξαφνικά να είναι αυτιστικός από τη στιγμή που εσύ θα έφευγες;»
Ανάμεσα στα πράγματα που η Τζούλη Σμίθ αντιπαθεί είναι κυρίως : οι ευχετήριες κάρτες, οι ανάδοχοι γονείς που σπεύδουν να υιοθετήσουν ένα παιδί χωρίς πρώτα να κοιτάξουν μέσα τους και να εκτιμήσουν την ικανότητά τους ν’αγαπάνε, η μυρωδιά της ναφθαλίνης, ο Τζον Απντάϊκ, τα έντομα που φέρουν κεραίες, και γενικότερα τα ζώα»
«Και με τις στοργικές γυναίκες τι γίνεται;»
«Αυτό με τα έντομα είναι ίσως το χειρότερο. Ακόμα κι όταν το έντομο σταματήσει να κινείται, οι κεραίες του συνεχίζουν να ανιχνεύουν τον χώρο. Οι κεραίες ποτέ δεν σταματούν να κινούνται. Αυτό δεν το αντέχω»
«Σ’αγαπώ Τζούλη»
« Κι εγώ σ’αγαπώ, Φαίη»
« Δεν πίστευα ποτά ότι θ’αγαπούσα μια γυναίκα με τέτοιο τρόπο»
Η Τζούλη γυρνάει το κεφάλι της στον Ειρηνικό. « Μην με κάνεις να αισθάνομαι άσχημα»
Η Φαίη παρακολουθεί ένα ζωϋφιο χωρίς κεραίες, με πόδια λεπτά σαν τρίχες, να κινείται στην επιφάνεια του νερού μιας λακουβίτσας. Βήχει δυνατά καθαρίζοντας τον λαιμό της.

« Οκ», λέει,» « Αυτή είναι ίσως η μοναδική γραμμή σ’ένα αμερικάνικο γήπεδο ποδοσφαίρου η οποία μένει ακάλυπτη»
Η Τζούλη γελάει.
«Πως είναι να είσαι πενήντα..»
«Όπως εκείνο τον μοναδικό μήνα του χρόνου χωρίς εθνική εορτή, που πήρε το όνομά του από τον ρωμαίο εκείνο αυτοκράτορα που…»
«Όπως ο Αύγουστος λοιπόν....»
Ο ήλιος ανεβαίνει∙ τα γαλανά νερά αποκτούν ζωή.
Οι γυναίκες ξαπλώνουν πιο κοντά ώστε να τις βρίσκει πάλι το κύμα.
« Ο ωκεανός μου μοιάζει κάποιες φορές με ένα μεγάλο γαλάζιο σκυλί», λέει η Φαίη κοιτάζοντας τον. Η Τζούλη απλώνει το χέρι της κι αγκαλιάζει τους γυμνούς ώμους της Φαίη.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

DAVID FOSTER WALLACE

"Μικρά Ανέκφραστα Ζώα" του ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΦΟΣΤΕΡ ΓΟΥΑΛΑΣ (συνέχεια)

«Jeopardy! Βασίλισσα εκθρονίζεται μετά από τρία χρόνια εξουσίας!»
Τίτλοι πρώτης σελίδας, εφ. Variety, 13 Μαρτίου 1988

«Ας είμαστε όλοι εκεί», λέει η τηλεόραση.
« Και πού άλλού θα ήμουνα»;, ρωτά η Ντη Γκόνταρντ, στην καρέκλα της, στο γραφείο της, το βράδυ, στα 1987.
« Φέρνουμε καλά πράγματα στη ζωή» λέει η τηλεόραση.
«Το ίδιο κι εγώ» λέει η Ντη. «Αυτό έκανα. Μόνο για μια φορά..».
Η Ντη κάθεται στο γραφείο της στις επιχειρήσεις Μέρβ Γκρίφφιν τις καθημερινές τα βράδυα και σκοτώνει την ώρα της πίνοντας μαρτίνι. Οι τοίχοι του γραφείου της είναι γεμάτοι με ρητά που κυκλοφορούν στο εμπόριο. Η ανεπανόρθωτη ζημιά της, έχει καμουφλαριστεί. Μόλις τα πράγματα φτάσουν στο απροχώρητο συνηθίζει να πηγαίνει για ψώνια. Φωτογραφίες με αυτόγραφα. Μια φωτογραφία με την Ντη και τον Μπο Μπάρκερ όταν η τελευταία έγραψε το « Αλήθεια ή συνέπειες». Ο Μερ Γκρίφφιν να της δίνει μια πλακέτα. Η Ντη και η Φαίη ανάμεσα στον Γουίνκ Μαρτιντάλε και τον Τσακ Μπάρρις σ’ένα επίσημο δείπνο.
Η Ντη χρησιμοποιεί το τηλεχειριστήριό της για να αλλάξει κανάλι από το NBC στο MTV, στην καλωδιακή. Αγόρια που φαίνονται υπερκαταναλωτικά, πατωμένα με μέηκαπ, παίζουν κιθάρες που μοιάζουν περισσότερο με τζετ και όπλα παρά με κιθάρες.
«Μ’ένα όχι σώθηκες» λέει η Ντη κοφτά, πίνοντας
«Σαν πολύ δεν πίνει;» λέει η Τζούλη Σμιθ στην Φαίη.
«Είναι για τον πόνο», λέει κοιτώντας την η Φαίη.
Η Φαίη χαμογελάει.
Η Τζούλη κουνάει το κεφάλι της « Είναι άσχημο να την βλέπεις σε τέτοια κατάσταση»
« Σου αξίζει ένα διάλειμμα σήμερα» λέει η τηλεόραση « Αρέσεις στο γάλα. Όσο περισσότερο μας ακούς τόσο καλύτερα ακούγεσαι. Δεν πεινάς για μια Μπαρούφα φλαμπέ»;
«Όχι δεν πεινάω για μια Μπαρούφα φλαμπέ» λέει η Ντη, και κάθεται καλά στην καρέκλα της « Όχι, δεν πεινάω για τέτοια». Της πέφτει το ποτήρι απ’το χέρι.
« Αυτό που είπε για σένα όμως, ήταν καλό». Η Τζούλη κοιτάζει την Φαίη λοξά. « Εκείνο.. το ότι έφερε ένα καλό πράγμα στη ζωή»
Η Φαίη χαμογελά καθώς παρακολουθεί την τηλεθεάτρια. « Άκουσες τι έκανε ο Άλεξ σήμερα; Ο Σατζάκ λέει ότι αυτός και ο Άλεξ βρίσκονται σε πόλεμο. Ο Άλεξ μπήκε στο στούντιο του μηχανικού και έπαιζε με το κουμπί των ψεύτικων χειροκροτημάτων καθόλη τη διάρκεια του τρίτου επεισοδίου των «Wheels»
«Ώστε δεν ξεχνάς» λέει η τηλεόραση, «Κοίτα λοιπόν με τι καταλήγεις»
«Γουάο» λέει η Ντη. Αποκοιμιέται στην καρέκλα της.

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Η λίστα ιστολογίων μου