Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2008

Ας τους μαζέψει κάποιος!




Ένα μικρό δείγμα λόγου από τα αποψινά δελτία ειδήσεων:

Εριψε ψεύτικη χειροβομβίδα"
(ενώ ο δημοσιογράφος πέρα για πέρα αληθινή)

"Ας δούμε τους παναγυρισμούς"
( "παναϋρκα"+πανηγυρισμοί=παναγυρισμοί..οκ.. )

"Το Καραϊσκάκειο έβραζε"
(Ε, θερμόμετρα πολλά, ας του έβαζαν ένα)

αντε και ες αύριον τα σπουδαία....

Στης κατάρας τα έγκατα (για να μην ξεχνιόμαστε)

Κανείς δεν ήξερε την ύπαρξη της μικρής μας πόλης. Μακριά από τα κάστρα και τις ακροπόλεις τους, μακριά απο τα γιδοχώρια και τους πολυσύχναστους εμπορικούς δρόμους, χωρίς κανένα σύνδεσμο με την υπόλοιπη χώρα ζούσαμε εδώ και χρόνια μόνοι και ευτυχισμένοι. Κάποιοι έλεγαν πως την πόλη μας την έκτισαν παίζοντας τα παιδιά των γιγάντων των παλιών χρόνων.Κάποιοι άλλοι έλεγαν ότι βγήκαμε από τα σπλάγχνα της γης μετά από ένα μεγάλο σεισμό και ο προορισμός μας ήταν να επιστρέψουμε πίσω στη γη πριν η μικρή φωτίτσα της καρδιάς μας σβήσει. Γι’αυτό θάβαμε τους νεκρούς μας πάντα ετοιμοθάνατους, με τον πρώτο τους επιθανάτιο ρόγχο.

Η γη και ο ήλιος νοηματοδοτούσαν όλη μας την ύπαρξη. Πιστεύαμε τότε ότι η καρδιά μας ήταν ένας μικρός κρυμμένος ήλιος οι ακτίνες του οποίου φωτίζουν τα μάγουλα και χρωματίζουν το αίμα.. Οι παλιοί είχανε φτιάξει ολόκληρες ιστορίες με τις αναλογίες των μεταβολών των δύο αυτών στοιχείων με τις μεταβολές της ζωής του καθενός μας. Κάθε βράδυ μαζευόμασταν οικογένειες οικογένειες στο κεντρικό μέγαρο της πόλης και μοιραζόμασταν τις σκέψεις μας για τις αναλογίες αυτές. Όλα ήταν βασισμένα στις εμπειρίες μας. Αργότερα μάθαμε ότι στον έξω κόσμο αυτό ονομαζόταν σχολείο. Σε μας όμως συμμετείχαν κυρίως οι ενήλικες και όχι τα παιδιά. Αυτά αφήνονταν ελεύθερα στη φύση όλη μέρα και τη νύχτα κούρνιαζαν στην αγκαλιά των ηλικιωμένων που τα ταϊζαν με τα χέρια τους και τους έλεγαν παραμύθια και νανουρίσματα

Οι γονείς στην πόλη μας δεν ήταν αυτοί που μεγάλωναν τα παιδιά. Τα παιδιά, μετά τα τέσσερά τους, αφήνονταν στις γιαγιάδες και τους παππούδες όπως αφήνονται οι ροδομάγουλες αυγούλες στις αγκάλες του γέρο-χρόνου. Οι ενήλικες ασκούνταν ώστε να γίνουν σοφοί στα γεράματά τους και γι’αυτο όλη μέρα δούλευαν , και το βράδυ συζητούσαν στο μέγαρο για διάφορα θέματα. Μετά τα 14 μπορούσαμε να παρακολουθούμε από το θεωρείο τις συζητήσεις των μεγάλων, ενώ στα παιχνίδια μας πολύ πιο πριν, παριστάναμε τους μεγάλους και συζητούσαμε με σοβαροφάνεια στο μικρό μας δεντρίσιο μέγαρο, ο καθένας πάνω στο δικό του κλαδί.

Μετά τα 18 μας, έπρεπε να αφήσουμε τις αλάνες και τα παιχνίδια και να ψάξουμε για το ταίρι μας. Στη γλώσσα μας ο ήλιος ήταν θηλυκός και η γή αρσενική. Αντίστοιχα, ένας άντρας έπρεπε να έχει τα χαραχτηριστικά της γης και μια γυναίκα του ήλιου. Στα 18 μας είχαμε ήδη παραστεί για τέσσερα χρόνια στις συναντήσεις και ξέραμε τι ζητούσαμε. Οι γυναίκες έπρεπε να είναι φωτεινές αλλά και απόμακρες. Ντροπαλές και χαριτωμένες κατα το χάραμα της σχέσης, διεκδικητικές κατα τη διάρκεια και νυσταλέα ανιαρές λίγο πριν το τέλος, οπόταν και βυθίζονταν στο σκοτεινό κενό τους. Οι άντρες αντίστοιχα έπρεπε να είναι στέρεοι και σταθεροί, παραγωγικοί και δεκτικοί, να δέχονται υπομονετικά τις κυκλοθυμικές μεταβολές του καιρού κρύβοντας όμως στα σπλάχνα τους πολλές φωτιές. Οι γυναίκες είχαν ονόματα όπως : «φωτεινή» «ηλιάνα» «αυγούλα» «δειλινιώ» ενώ οι άντρες ονόματα όπως «χωματένιος», «βουνίσιος», «πεδινός» κ.α.

Πρέπει να σας πω ακόμα ότι δεν λατρεύαμε κανένα θεό. Γιατί απλά πιστεύαμε ότι ήμασταν όλοι μας θεοί. Ενόσω ζούσαμε ήμασταν οι όλοι μας μικρές θεές και μικροί θεοί αφού η φλογίτσα της καρδιάς μας άναβε ακόμα. Ανήκαμε δηλαδή στο θεϊκό βασίλειο του ήλιου. Όταν πεθαίναμε κατεβαίναμε στο πάνθεον της γης. Πολλές φορές όταν κάποιος τύχαινε να πεθάνει καλοκαίρι ή άνοιξη, μαζευόμασταν γύρω από τον τάφο του μετά από 9 μέρες και ακουμπούσαμε το κεφάλι μας πάνω από τον ζεστό από τον ήλιο μικρό τύμβο προσπαθώντας να νιώσουμε την ένωση του ήλιου με τη γή. Η γή ήταν γεμάτη από ζωντανούς ανθρώπους και ο ήλιος ζέσταινε τις καρδιές μας. Ζούσαμε σε απόλυτη αρμονία με τη φύση και μεταξύ μας.

Ένας άγραφος νόμος απαγόρευε την απομάκρυνση από την πόλη μας. Ένας νόμος, θρησκευτικός, συναισθηματικός και γι’αυτό φυσικός. Όλα ήταν εδω΄για μας φυσικές αναγκαιότητες. Δεν μπορούσαμε και να θέλαμε να μην τιμούμε τον ήλιο, ήταν παντού, μας έδινε ζωή, δεν μπορούσαμε να μην τιμούμε τη γή, μέσα της καταλήγαμε όλοι και ανακαλύπταμε τον κρυμμένο μας ήλιο. Στοιχεία όπως το νερό, ο αέρας ήταν κι αυτά αναγκαία αλλά το μυστήριο τους δεν ήταν προσπελάσιμο. Ίσως, κάπου αλλού να λατρεύονταν κι αυτά. Πολλές φορές είχαμε συζητήσει για ώρες για τα δυο αυτά στοιχεία, αλλά η μεταβλητότητα και το απροσδόκητό τους τα περιέβαλλε μ’ένα είδος μυστικισμού παρόμοιου με αυτού που σε άλλες θρησκείες όπως μάθαμε αποκαλούν διάβολο. Η απαγόρευση λατρείας της θάλασσας δεν ήταν βέβαια φυσικά αναγκαία. Από το πιο ψηλό σημείο της ακρόπολής μας μπορούσες να την αγναντέψεις, να δεις πως έσμιγε το γαλάζιο της με αυτό το ουρανού, και να νιώσεις –αλοίμονο- τη λαχτάρα να καβαλλήσεις ένα καράβι και να φύγεις μακριά ανακαλύπτοντας τα κρυμμένα της μυστικά. Η λατρεία της γης, μπορεί να μας κρατούσε βαθιά ριζωμένους εκεί, όμως, όπως καταλαβαίνετε, η απαγόρευση απομάκρυνσης, υπεδείκνυε ότι στο παρελθόν είχαν γίνει προσπάθειες το απέραντο γαλάζιο να γίνει περατό. Γιατί όμως κανείς δεν επέστρεφε?

Πολλές φορές είχε συζητηθεί στο κεντρικό μέγαρο ο ρόλος του νερού στο δίπολο γη-ήλιος. Η υγρή μορφή του αίματος, ο πόνος που έμοιαζε με κάψιμο κάθε που αιμορραγούσαμε, το μυστήριο του βυθού, και άλλοι συμβολισμοί επιχειρούνταν από τον καθένα που βασιζόταν στις εμπειρίες του για να δεθεί με το υγρό στοιχείο. Έμενε πάντα όμως κάτι που κανείς δεν έλεγε. Όλοι το ξέραμε. Το ανήσυχο των κυμάτων, οι σκοτεινές φουρτούνες, οι ακύμαντες καλοκαιρινές γαλήνες, ο θάνατος των κυμάτων στην ακρογιαλιά, ο περιοδικός ερεθισμός του νερού, η έπαρση αυτή που μάθαμε ότι ονομαζόταν παλίρροια, οι φθινοπωρινές γερασμένες αμπώτιδες που αποκάλυπταν τα κενά της περασμένης πια ζωής των κυμάτων, ο ενθουσιασμός του βάθους , η ανωφελότητα των ρηχών, ήταν φαινόμενα που μας συγκινούσαν απίστευτα. Ήταν τα κρυμμένα εκείνα μυστικά που δεν επέτρεπαν την φανερή λατρεία τους. Η σχέση μας με τη θάλασσα ήταν καθαρά προσωπική.


(συνεχίζεται)

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Η λίστα ιστολογίων μου