Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

Παραναλώματα πυρός- (updated)

Το ποστ αυτό είναι αφιερωμένο σε όσους έχασαν τις ζωές τους από τις πυρκαγιές το περασμένο καλοκαίρι. Οι τραγικές εικόνες της μάνας να τρέχει με τα παιδιά της και να τους κυνηγά και να τους αγκαλιάζει μια λαίλαπα πυρός, τα απανθρακωμένα πτώματα στα αυτοκίνητα που βρέθηκαν ξαφνικά στο σταυροδρόμι των πύρινων γλωσσών, τόσοι άλλοι που πέθαναν πολιορκούμενοι από την κόλαση της φωτιάς. Ένας χρόνος έχει περάσει από τότε, αλλά οι εικόνες αυτές μας έχουν στοιχειώσει. Τον πανικό και την απελπισία των ανθρώπων αυτών δε θα καταλάβουμε ποτέ, αφού δεν ακούσαμε τις τελευταίες απόκοσμες τους κραυγές, τις τελευταίες τους σκέψεις, τις κραυγές των μανάδων και των γιαγιάδων που δεν κατάφεραν να προστατεύσουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους, τις τελευταίες εκείνες φρικιαστικές ώρες.

Ο θάνατος στην πυρά ήταν πάντα κάτι το αρχέτυπα αναβιβαστικό στην αγιοποίηση, στην ηρωοποίηση, στην τιμωρία, στην διαμαρτυρία, ίσως και στην εξιλέωση. Χιλιάδες μάρτυρες της εκκλησίας βρήκαν φριχτό θάνατο στην πυρά αλλά και πολύ πιο παλιά οι «τρεις παίδες εν καμίνω» οι οποίοι έψαλαν τον Θεό τους αναλισκόμενοι από τη φωτιά. Οι 13 μάρτυρες της Καντάρας, στο κέντρο της Λευκωσίας, έβρισκαν τον θάνατο από τους Φράγκους για δογματικά ζητήματα, δοξάζοντας τον Θεό την ώρα που η φωτιά έκαιγε τα σώματα τους. Χιλιάδες άνθρωποι στην καθολική εκκλησία κάηκαν ως αιρετικοί. Η ηρωϊκή Ζαν ντ’Αρκ κάηκε ζωντανή έχοντας πολεμήσει ηρωϊκά για την πατρίδα της. Εκατοντάδες άνθρωποι αυτοπυρπολήθηκαν για να διαδηλώσουν αιτήματα για τα οποία πιστεύαν ότι άξιζε γι’αυτά να πεθάνουν. Και τέλος με βενζίνη περιέλουσαν το κρησφύγετο του Γρηγόρη Αυξεντίου οι Άγγλοι τον Μάρτη του 1957 και από την απόφαση του να καεί ζωντανός παρά να παραδοθεί, εμπνεύστηκε ο Γιάννης Ρίτσος ένα από τα ωραιότερα ποιήματά του : τον « Αποχαιρετισμό». Παραθέτω πολύ μικρό απόσπασμα από το έργο του Γιάννη Ρίτσου « Αποχαιρετισμός» που έγραψε μιλώντας ως Γρηγόρης Αυξεντίου, λίγο πριν η φωτιά αγκαλιάσει το κρησφύγετό του, στις 5 Μαρτίου 1957. Τον Γρηγόρη, υπαρχηγό της ΕΟΚΑ, περικύκλωσαν οι Άγγλοι σε μια σπηλιά στον Μαχαιρά της Κύπρου, και έμεινε μόνος παρότι οι σύντροφοι του παραδόθηκαν, έμεινε μόνος και αποφάσισε να καεί ζωντανός αφού οι Άγγλοι περιέλουσαν το κρησφύγετο του με βενζίνη και του έβαλαν φωτιά γιατί αγωνιζόταν για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Έναν πόθο που τον έκαψε κι αυτόν το καμίνι της ιστορίας.

Αφιερωμένο σε όλους έγιναν παρανάλωμα της φωτιάς σε όλες τις χώρες του κόσμου σε όλες τις εποχές..

Αποχαιρετισμός

Τέλειωσαν πια τα ψέματα-δικά μας και ξένα
Η φωτιά η παντάνασσα πλησιάζει. Δε μπορείς πια
Να ξεχωρίσεις αν κίγεται σκοίνος ή φτέρη ή θυμάρι. Η φωτιά
Πλησιάζει.

Κι όμως πρέπει να προφτάσω να ξεχωρίσω,
Να δώ, να υπολογίσω, να σκεφτώ –(για ποιόν? Για μένα? Για τους άλλους;) Πρέπει.
Μου χρειάζεται πριν απ’το θάνατο μου μια ύστατη γνώση
Η γνώση του θανάτου μου,για να μπορέσω να πεθάνω.

Οι άλλοι τέσσερις έφυγαν. Στο καλό. Τα΄ησυχία-
Σα νάναι εδώ να γεννηθεί ένα παιδί ή να πεθάνει ένας μάρτυρας•
Και περιμένεις
Ν’ακουστεί μια πελώρια κραυγή (ή του παιδιού ή του Θεού), μια
Κραυγή πιο τρανή απ’τη σιωπή
Που θα ρίξει τα τείχη του πριν, του μετά και του τώρα• να μπο-
Ρέσεις
Να θυμηθείς, να μαντέψεις, να ζήσεις μαζί, μες σε μιαν άχρονη
Στιγμή, τα πάντα. Όμως τίποτα.

Μαρμαρωμένη ησυχία-μ’όλο που ακούγονται
Οι ντουφεκιές κι οιφωνές-πόσο ξένα•δεν ακούγονται• χαρά-
ζονται
Στεγνά σα σύρματα κομμένα ή σα νερά που κρυστάλλωσαν πριν
Πέσουν
Και μένουν σ’ένα ξέν χώρο, σταματημένα κι αιχμηρά. Τι ησυχία,-
Μ’όλο που ακούγεται η έλευση της φωτιάς. Δεν είναι ώρα πια
Για πίσω-

Πίσω και πλαϊ και πάνω, το φράγμα της πέτρας• μπροστά
Ένας μικρός ήατέλειωτος θάνατος• στη μέση
(στη μέση;) εγώ.-ποιος εγώ;-Τι είναι
Ένας άνθρωπος κλεισμένος στη φωτιά και στην πέτρα, που η μόνη του
Διέξοδος:
Ένας τμηματικός ή ολόκληρος θάνατος? Πρέπει να τον γνωρίσω.
Δεν προφταίνω.

Ίσως και να μπορούσα να γλυτώσω. Ίσως μπορούσα
Ν’αντέξω την καταφρόνια ή τη συγώμη ή και τη λησμονιά των
Άλλων. Όμως εγώ θα μπορούσα
Να λησμονήσω το φως που ονειρευτήκαμε μαζί? Κείνο το μέγα
Καρδιοχτύπι της σημαίας μας? Θα μπορούσα
Να βολευτώ στον ίσκιο μιας γωνιάς με σταυρωμένα τα χέρια γύρω
Στα σταυρωμένα γόνατα
Σα μνησίκακη, μεμψίμοιρη ή αμέτοχη αράχνη
Που πλέκει μόνο με το σάλιο της τα δίχτυά της?

[…]

Εσείς πηγαίνετε (Φύγανε) . Δε σας κρατώ (Φύγανε κιόλας)
Στο καλό.
Η φωτιά πλησιάζει. Συγχωράτε με φίλοι, που δε μπόρεσα
Να σας ακολουθήσω, που σας άφησα μόνους σε τούτη την έξοδο.
Είναι η πρώτη φορά. Δε μπορούσα. Συγχωρέστε με.

[…]

Κι έλεγα μέσα μου: δε φτάνει το τραπέζι, μήτε κάμποσος παράς
στην τσέπη,
μήτε το ψωμί και το φιλί, -δε φτάνει.
Ο άνθρωπος είναι πιο τρανός απ’την καθημερινή την έγνοια του.

Κι έλεγα πάλι που ο άνθρωπος αρχίζει απ’την έγνοια του για
το ψωμί
κι όλο τραβάει πιο πέρα απ’την σκλαβιά του,
από σκλαβιά σε σκλαβιά, από ξεσκλάβωμα σε ξεσκλάβωμα,
απ’το ξεσκλάβωμα της πατρίδας, στο ξεσκλάβωμα του κόσμου,
ωσπου να νιώσει, μπαίνοντας ίσα τον ουρανό,
ν’αχνίζει το φεγγάρι στον κόρφο του,
Ώσπου να κλάψει μια νύχτα από αγάπη για όλο τον κόσμο. Έτσι
άφησα
σ’ένα χαντάκι τ' αμάξι μου. Πήρα τ'όπλο. Κι ανέβηκα στο
βουνό.

Έτσι βρέθηκα σε τούτη τη σπηλιά που το στόμιό της
βλέπει ολόϊσα στον ήλιο-το στρογγυλό της στόμιο
είναι ο ίδιος ήλιος που θα τον νιώσω πάλι δροσερό, καθώς θα με περνάνε,
(όπως εκείνη τη νύχτα το φεγγάρι) θα τον νιώσω δροσερό
Κωσταντινάτο
να μου δροσίζει το καμένο στήθος, κι έτσι λίγο-λίγο,
να ζεσταίνεται ο ήλιος και ν’αχνίζει στον κόρφο μας. Γειά σας.»

(Αθήνα, Μάρτης 1957)

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Η λίστα ιστολογίων μου