Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

"Μικρά Ανέκφραστα Ζώα" του Ντεϊβιντ Φόστερ Γουάλας (συνέχεια μετάφρασης)

«Η αγαπημένη μου λέξη», λέει ο Άλεξ Τρεμπέκ είναι το «γλοιώδες». Είναι η αγαπημένη μου λέξη, ιδίως όταν συνοδεύεται από τη δεύτερη αγαπημένη μου λέξη, που είναι το «μουνόπανο». Κοιτάζει το γιατρό. « Απλά διασυνδέω. Είναι εντάξει να διασυνδέω, έτσι;».
Ο ψυχίατρος του Άλεξ Τρεμπέκ δεν λέει τίποτα.
«Ένα όνειρο» λέει ο Τρεμπέκ. «Έχω αυτό το επαναλαμβανόμενο όνειρο με μένα να στέκομαι έξω απ’το παράθυρο ενός εστιατορίου, παρακολουθώντας έναν μάγειρα να αναποδογυρίζει τηγανίτες. Μόνο που αποδεικνύεται ότι δεν είναι τηγανίτες αλλά φάτσες. Παρακολουθώ έναν τύπο με καπέλο μάγειρα να αναποδογυρίζει φάτσες με μια σπάτουλα.
Ο ψυχίατρος σχηματίζει κάτι σαν καμπαναριό ενώνοντας τα δάχτυλά του και κοιτάζει την οροφή του.
«Σκέφτομαι μήπως απλά είμαι κουρασμένος» λέει ο Τρεμπέκ. « Σκέφτομαι μήπως είμαι εξουθενωμένος μέχρι το κόκκαλο. Με κουράζει ακόμα και η γεύση των δοντιών μέσα στο στόμα μου. Με κουράζουν τα πάντα. Η δουλειά μου είναι ανυπόφορη. Θέλω να επιστρέψω πίσω στο μόντελιγκ. Με πονάνε οι μύες του προσώπου μου από τα αναγκαστικά χαμόγελα. Η υπερβολική λακ στα μαλλιά μου άρχισε να συγκεντρώνει μύγες. Δεν μπορώ να βγαίνω πια έξω τις νύχτες»
«Το κορίτσι αυτό με το οποίο δουλεύεις», λέει ο γιατρός.
«Και άσε που ο Κόνβεϋ ανακάλυψε σήμερα ότι έχει ένα κίτρινο δόντι» λέει ο Τρεμπέκ. «Για πες μου ότι αυτός είναι καλός οιωνός, μπορείς;»
«Αυτή η διαγωνιζόμενη για την οποία μου μιλάς συνέχεια»
«Έχασε» λέει ο Τρεμπέκ, τρίβοντας το μεσορούθουνο του. «Έχασε χτες. Μα καλά, ποτέ δεν διαβάζεις εφημερίδες; Εχασε απ’τον ίδιό της τον αδερφό, μετά που η Τζάνετ και ο υπεύθυνος παραγωγής έμπασαν το μπασταρδάκι μέσα, μετά από πέντε ακροάσεις και έναν πίνακα γεμάτο με ερωτήσεις για ζώα»
Ο ψυχίατρος παίζει με τα βλέφαρά του για λίγο. Είναι σκούρα με κλίση προς τα πάνω, σχεδόν κολλημένα.

«Είχε παιχτεί μεγάλη πουστιά πίσω απ’όλα αυτά» λέει ο Τρεμπέκ, χτυπώντας ρυθμικά τη γροθιά του. « Τα ξέρω από τέταρτο χέρι αλλά έτσι έχουν. Οι γονείς εγκατέλειψαν τα παιδιά τους, όταν ήταν ακόμη μωρά. Ένα κορίτσι κι ένα αγόρι. Τον Λαντ. Μπορείς να φανταστείς έναν πρωταθλητή να τον λένε Λαντ; Ο Λαντ ήταν αυτιστικός. Αυτός και το κορίτσι εγκαταλείφθηκαν κάπου, στο μέσο του πουθενά. Φρικτό. Αυτή υιοθετήθηκε και ο αδερφός της μπήκε σε ίδρυμα. Σ’ένα δημόσιο ίδρυμα. Αυτό το απελπιστικά αυτιστικό παιδί, το οποίο όπως αποδείχτηκε, είχε κατορθώσει να αποστηθίσει ολόκληρη την εγκυκλοπαίδεια « Laplace Data Guide»
Και οι δυό, από παιδιά είχαν καταφέρει να μάθουν απ’έξω αυτό το πράγμα. Και να φανταστείς πώς νόμιζα ότι εγώ ήμουν που είχα μια σάπια παιδική ηλικία, ως αγόρι. Ο Τρέμπεκ, κουνάει το κεφάλι. « Αλλά τον παραμέρισαν, και το κορίτσι υιοθετήθηκε από κάποιους ανθρώπους στο Λα Τζόλλα, οι οποίοι, όπως κατάλαβα, δεν ήταν και η κορωνίδα των ανθρώπων. Το έσκασε. Ήρθε στο σόου. Τσάκισε πολλούς κώλους. Έπαιξε τίμια και αγωνίστηκε σωστά χωρίς αηδίες. Χρησιμοποίησε τα λεφτά που κέρδισε για να ξεχρεώσει κάποιους απλήρωτους λογαριασμούς για τον αυτισμό του Λαντ. Τον μετέφερε σε ένα ιδιωτικό νοσοκομείο σε μια ερημιά, το οποίο υποτίθεται πως ειδικευόταν στο να... βγάζει τον γιάνκι μέσα απ’τους ανθρώπους. Να τους βγάζει στον κόσμο.» Ο Τρεμπέκ παίρνει αναπνοή.

«Και υποθέτω τον έβγαλαν έξω για τα καλά», λέει, « τουλάχιστον μέχρι το σημείο να μπορεί να μιλά. Εντούτοις, συνεχίζει ακόμα να κρύβει το κεφάλι στη μασχάλη του κάθε που δημιουργείται ένταση. Επιπλέον έχει παράξενο παρουσιαστικό. Παρόλα αυτά έρχεται και την ξετινάζει μ’αυτή του την ρέντα στις ερωτήσεις που αφορούν ζώα». Ο Τρέμπεκ παίζει με το μανικέτο του.

«Και τώρα αυτή έχει φύγει»
« Μου είχες πει την περασμένη φορά, πως νόμιζες πως την αγαπούσες».
« Είναι λεσβία» λέει ο Τρέμπεκ κοφτά. « Είναι λεσβία, πέρα για πέρα. Νομίζω είναι απ’αυτές τις πολιτικές λεσβίες. Το γνωρίζεις αυτό το είδος; Αυτό το είδος που έχει θυμό; Αυτή κοιτάζει τους άντρες λες και της βρωμίζουν τον αέρα. Επιπλέον, έχει σχέση με την επικεφαλή στην έρευνα, και αν δεν νομίζεις ότι το F.C.C δεν πήρε είδηση γι’αυτήν μικρή σχέση τότε έχεις μια άλλη..»

« Ελεύθερη διασύνδεση», υποδεικνύει ο γιατρός.
« Συνδεδεμένος με την εικόνα της;»
« Δεν έχω κανένα πρόβλημα μ’αυτό»
Κάλεσα το κορίτσι για καφέ, ή για Tab, πριν από χρόνια, απ’την αρχή, στο φουαγιέ της διεύθυνσης, και μου χάρισε αυτό το υποσχετικό χαμόγελο. Μου είπε ότι ποτέ δε θα μπορούσε να καταναλώσει καφεϊνη με ένα άνδρα που φορούσε ψηφιακό ρολοϊ. Στο διάολο τι λέει. Μου έδειξε το μεσαίο της δάχτυλο στην τηλεόραση. ’Εκοψε τα μαλλιά της πρώτο νούμερο. Μερικές φορές μοιάζει με βαμπίρ. Μια φορά, στο «κλουβί» των διαγωνιζομένων, το «κλουβί» των διαγωνιζομένων είναι ο χώρος στον οποίο εχουμε όλους τους διαγωνιζόμενους για όλες τις εκπομπές, μια φορά τα φώτα στο «κλουβί» αναβόσβηναν, έχουμε λάμπες φθορισμού, και είπε να την βγάλουν στο διάολο έξω από κει μέσα, ότι οι λάμπες που αναβόσβηναν την έκαναν να νιώθει όπως αν έβλεπε έναν εφιάλτη. Και όντως υπήρχε μια αίσθηση εφιάλτη μ’αυτό το φως θυμάμαι. Λες και η ατμόσφαιρα είχε σφυγμό. Σαν αίμα. Όλοι στο «κλουβί» αναστατώθηκαν». Ο Τρεμπέκ χαϊδεύει το μουστάκι του. «Παράξενο κορίτσι. Υπάρχει κάτι το αλλόκοτο πάνω της. Όταν χαμογελάει τα πράγματα φωτίζονται, αποκτούν νόημα. Κατά κάποιο τρόπο αυτό όμως τους αφαιρεί οτιδήποτε το διασκεδαστικό.
«Την αγαπώ, νομίζω» λέει ο Τρεμπέκ. « ‘Εχει τον τρόπο της μ’ένα μέρος πληροφοριών . Το να την βλέπεις παράλληλα με μια απάντηση….Υπάρχει άραγε τέτοιο πράγμα σαν το νοητικό χάδι; Μας φαντάζομαι μαζί: σε ακρογιαλιές, με τ’άστρα ν’ ανάβουν σαν φωτάκια..»
« Και η ερευνήτρια αυτή, με την οποία έχει σχέση;»
«Ένα αρκετά καλό κορίτσι. Ένα χοντρό, φιλικό κορίτσι. Όχι εξαιρετικά έξυπνο. Λίγο συναισθηματική. Έχει αυτή τη σχέση θαυμασμού και αηδίας με την μητέρα της». Ο Τρέμπεκ βυθίζεται στις σκέψεις του. « Η άποψή μου είναι ότι η Φαίη ανήκει στο είδος εκείνο των κοριτσιών που σερφάρουν συνεχώς στις σκέψεις τους. Με καταλαβαίνεις; Δεν έχει τον έλεγχο για το που την οδηγούν, αλλά ούτε και αφαιρείται εντελώς. Μια σέρφερ ψυχής. Αλλά με μια εμφάνιση που τρομάζει, παρόλο που είναι ακόμα νέα. Αυτά τα μαύρα, βαθουλά μάτια που μαγνητίζουν. Ολοστρόγγυλα και μαύρα. Εντυπωσιακό μπούστο όμως.
«Καυγάδες με την μητέρα της;»
« Η μάνα της Φαίη είναι μια από τις πιο πιεστικές εκτελεστικές παραγωγούς. Σπαταλά πολύ χρόνο βασανίζοντας τον εαυτό της με έμμονες ιδέες για το ότι δε βασανίζεται αρκετά από έμμονες ιδέες με το γεγονός ότι για σκηνοθέτη μας έχουμε την γυναίκα του πρώην άντρα της»
«Μια γυναίκα;»
« Την Τζάνετ Λέρνερ Γκόνταρντ. Την χειρότερη σκηνοθέτρια με την οποία έχω δουλέψει. Η Ντη την μισεί. Στη Τζάνετ αρέσει να παίζει με το μυαλό της Ντη• πρόκειται άλλωστε με ένα μυαλό που πανθολομολογουμένως τείνει να ξεχειλίζει από τζην. Στην Τζάνετ αρέσει να τοποθετεί ύπουλα μικροπραγματάκια που να θυμίζουν στην Ντη τον πρώην της,αφήνοντας τα στην θυρίδα της Ντη στο γραφείο. Παλιοί λογαριασμοί, καρφίτσες γραβάτας. Παίζει με το μυαλό της Ντη. Η Ντη επιμένει με πάθος στο να μένει αδρανής. Δεν μπορεί να λειτουργήσει πλέον, ούτε στη δουλειά»
«Είσαι συνδεδεμένος με την εικόνα αυτού του προσώπου;»
«Ξέρεις γι’αυτά τα υπερμοντέρνα όπλα, στα οποία οι μηχανισμοί σκόπευσης είναι πολύ περισσότεροι από τους μηχανισμούς εκπυρσοκρότησης; Η Ντη είναι σαν αυτά. Θεέ μου πόσο φοβάμαι μήπως είμαι κι εγώ έτσι».



Ο ψυχίατρος θεωρεί ότι έκαναν ότι μπορούσαν για σήμερα Δείχνει στον Τρεμπέκ την πόρτα.
« Μου αρέσει επίσης η λέξη κοκετάρομαι» λέει ο Τρεμπέκ.

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008

Διαμεσολαβούσα συνείδηση στα "Μικρά Ανέκφραστα Ζώα" (Ντ.Φ. Γουάλας)

(A Conversation with David Foster Wallace
By Larry McCaffery)


LM: How is this insistence on meditation different from the kind of meta strategies you yourself have attacked as preventing authors from being anything other than narcissistic or overly abstract or intellectual?

DFW: I guess I’d judge what I do by the same criterion I apply to the self conscious elements you find in Vollmann’s fiction: do they serve a purpose beyond themselves? Whether I can provide a payoff and communicate a function rather than just seem jumbled and prolix is the issue that’ll decide whether the thing I’m working on now succeeds or not. But I think right now it’s important for art-fiction to antagonize the reader’s sense that what she’s experiencing as she reads is meditated through a human consciousness, now with an agenda not necessarily coincident with her own. For some reason I probably couldn’t even explain, I’ve been convinced of this for years, that one distinctive thing about truly "low" or commercial art is this apparent suppression of a mediating consciousness and agenda. The example I think of first is the novella "Little Expressionless Animals" in "Girl With Curious Hair." Readers I know sometimes remark on all the flash-cuts and the distortion of linearity in it and usually want to see it as mimicking TV’s own pace and phosphenic flutter. But what it’s really trying to do is just the "opposite" of TV—it’s trying to prohibit the reader from forgetting that she’s receiving heavily mediated data, that this process is a relationship between the writer’s consciousness and her own, and that in order for it to be anything like a full human relationship, she’s going to have to put in her share of the linguistic work.

Dalkey Archive Press,University of Illinois(www.dalkeyarchive.com/interviews/show/21 - 74k -)

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

"Μικρά Ανέκφραστα Ζώα" του ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΦΟΣΤΕΡ ΓΟΥΑΛΑΣ (συνέχεια μετάφρασης)

Τα γυρίσματα των επεισοδίων σαρανταέξι με πενήντα έγιναν στις 17 του Σεπτέμβρη. Η δις Τζούλη Σμίθ από το Λος Άντζελες , κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή της στο επεισόδιο σαραντα-έξι . Κανείς δε θυμάται ακριβώς ποιος νικούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή στο παιχνίδι.

Καρκινικές επιγραφές, μουσική αστρολογία, ο δέκατος όγδοος αιώνας, διάσημοι Εδουάρδοι, η Βίβλος, ιστορία της μόδας, καταστάσεις του μυαλού, σπορ χωρίς μπάλα.
Η Τζούλη κυριαρχεί στον πίνακα και στους δύο γύρους. Σε κάθε ερώτηση. Κάτι που ποτέ δεν είχε γίνει προηγουμένως, ούτε όταν παρουσίαζε ο Φλέμιγκ. Οι άλλοι δύο διαγωνιζόμενοι, υποτονικοί και γκρίζοι, χρειάζονται βοήθεια εκτός πλατώ. Η Τζούλη κερδίζει $22,500, όλα τα ποσά του πίνακα, σε μισή ώρα.

Δεν κερδίζει περισσότερα σ’αυτή την πρώτη αναμέτρηση, μόνο και μόνο διότι ο πανικοβλημένος Άλεξ Τρεμπέκ, την προκρίνει στην τελική μονομαχία του Τζεοπάρντι και η Τζούλη δεν έχει κανένα κίνητρο να συνεχίσει να διακινδυνεύει τις νίκες της ποντάροντας τα σκορ των ανταγωνιστών της, $0 και $400 αντίστοιχα.

Ο χαμογελάστός Τρεμπέκ, με γουρλωμένα τα μάτια, κουνάει ένα καπέλο μπροστά στο ανέκφραστο πρόσωπο της Τζούλη, καθώς ηλεκτρικά τύμπανα χτυπάνε δυνατά λίγο πριν το κλείσιμο και τον τελικό απολογισμό των κερδών.

Δέκα λεπτά αργότερα, η Φαίη Γκόνταρντ, εντοπίζει την Τζούλη Σμιθ, που αγνοείται, σε μια απόμακρη γωνιά στα καμαρίνια των διαγωνιζομένων. ( Οι διαγωνιζόμενοι που συνεχίζουν , οφείλουν να αλλάζουν ρούχα σε κάθε επεισόδιο, ώστε να δίνεται η εντύπωση ότι «έφυγαν και ήρθαν ξανά την επόμενη μέρα»). Είναι ώρα για το γύρισμα του τεσσαρακοστού έβδομου επεισοδίου. "Ένα στέμμα πρέπει να διατηρηθεί" και τα λοιπά. Η Τζούλη κάθεται χαζεύοντας τον εαυτό της σ’ ένα μεγεθυντικό καθρεφτάκι το οποίο πλαισιώνεται από φωτάκια, μ’ένα πρόσωπο χαλαρό και ανέκφραστο. Δεν αντιδρά εύκολα στα ερεθίσματα. Η Φαίη έχει αναλάβει να της φέρει ένα βρεγμένο ρούχο και να της μιλάει καθώς ντύνεται, και την ευθύνη να την μεταφέρει η ίδια στον επόμενο όροφο για το γύρισμα.

Η Φαίη βρίσκεται στο δωμάτιο των τεχνικών και προσπαθεί να μεταφέρει στην μητέρα της, τις αμφιβολίες που έχει, στο αν και κατά πόσον μπορεί η παράξενη αυτή καινούργια πρωταθλήτρια να συνεχίσει και στον επόμενο γύρο, όταν η Τζάνετ Γκόνταρντ της γνέφει να κοιτάξει το μόνιτορ. Η Τζούλη, μασάει κυριολεκτικά το επεισόδιο σαράντα-εφτά και το φτύνει σε μικρά κομματάκια. Αποκαλύπτεται ότι το πραγματικό όνομα της λαίδη Μπερντ Τζόνσον είναι Κλώντια. Η πόλη της Φλόριδα που παράγει περισσότερα πούρα Αβάνας από την Κούβα αποκαλύπτεται ότι είναι η Τάμπα. Το δάχτυλο της Τζούλη δεν ξεκολλά από το κουμπί για τις απαντήσεις. Βρίσκει τις ερωτήσεις για τις απαντήσεις του Άλεξ προτού ακόμα αυτός ολοκληρώσει την φράση του. Ο πίνακας του πρώτου γύρου έχει κατακτηθεί. Η Τζάνετ διακόπτει για διαφημίσεις. Η Τζούλη κάθεται στο μικρό της έδρανο, και χαζεύει το αποσβολωμένο ακροατήριο του στούντιο.

Η Φαίη και η Ντη παρακολουθούν την Τζούλη, καθώς τα κόκκινα φώτα ανάβουν και στο πρόσωπο του Τρεμπέκ απλώνεται ένα επαγγελματικό χαμόγελο. Κάτι συμβαίνει στην Τζούλη Σμιθ όταν τα κόκκινα φώτα ανάβουν. Κάτι τελοσπάντων. Το κορίτσι με τα τρία σκορ, που κοιτάζει ανέκφραστα, βρίσκεται κάπου αλλού. Κάθε γωνία του προσώπου της μοιάζει τώρα να στραβώνει. Η κάμερα γυρίζει πάνω της. Μοιάζει να συσπάται. Συνήθως η Τζούλη παρουσιάζεται στην οθόνη όταν ο Τρεμπέκ διαβάζει ακόμη την ερώτηση. Το πρόσωπό της στην οθόνη, προδίδει ένα περίεργο ελαφρό τρεμούλιασμα●η έκφρασή της, απόμακρα αυστηρή, μεταδίδει μια αίσθηση ότι απορροφάται εντελώς και γίνεται ένα με τα δεδομένα του πίνακα.

Ο Τρεμπέκ ακουμπάει το χέρι του στον κόμπο της γραβάτας. Η Φαίη καταλαβαίνει ότι έχει κι αυτός καταλάβει το περίεργο πάγωμα στη ροή του παιχνιδιού. Το ακροατήριο στο στούντιο θορυβεί και ψυθυρίζει καθώς η Τζούλη αναφέρει την λατινική ονομασία για το ραπάνι.
«Κανείς δεν ξέρει το λατινικό όνομα του ραπανιού» λέει η Φαίη στην Ντη. «Είναι από τα ματσούκια που βάζω εσκεμμένα σε κάθε παιχνίδι»
Η θέση των υπόλοιπων δύο διαγωνιζομένων ξεφτιλίζεται. Κάποιος από το ακροατήριο φωνάζει στην Τζούλη με τ’όνομά της.
Ο Τρεμπέκ, που ποτέ προηγουμένως δεν είχε ένα ακροατήριο που να μην ασχολείται μόνο μ’αυτόν, εκνευρίζεται όλο και πιο πολύ. Σπαταλά σαράντα πολύτιμα δευτερόλεπτα για να πεί ένα ανέκδοτο σχετικά με ένα παιχνίδι των Ντότζερς. Το ακροατήριο γκρινιάζει ανυπομονώντας για τη συνέχεια του παιχνιδιού.
« Κακό προαίσθημα, εδώ» ψυθυρίζει η Φαίη. Η Ντη την αγνοεί και κρέμεται από το μόνιτορ. Η Τζάνετ γνέφει στον Άλεξ να διακόψει για διάλειμμα.

Γλοιώδης και ξιπασμένος, ο Άλεξ υπόσχεται στην Αμερική ότι θα είναι σε λίγο πάλι μαζί της, και ότι ανυπομονεί να αποκαλύψει στον αέρα ακόμη περισσότερα για την τρομερή δίδα Σμιθ και τις ακόμα πιο τρομερές της προσωπικές θυσίες ώστε να αφομοιώσει τόσες πολλές γνώσεις σε μια τόσο τρυφερή ηλικία.

Το Τζεοπάρντι διακόπτει για μια διαφήμιση των «Triscuit». Η Φαίη και η Ντη κοιτάζουν το μόνιτορ με τρόμο. Το ακροατήριο του στούντιο συγκεντρώνεται ξανά, ενώ το πρόσωπο της Τζούλη Σμιθ τσαλακώνεται σαν ένα χαρομάντηλο Κλινέξ στο βάθος μιας τσέπης. Αρχίζει σιωπηλά να στάζει. Σταγόνες κυλούν στα μάγουλά της και στάζουν στο μικρόφωνό της, που αρχίζει για διάφορους λόγους να κάνει έναν ελαφρύ θόρυβο σαν σφύριγμα. Η Τζάνετ, στο κοντρόλ, τα έχει χάσει.

Η Φαίη έχει σταλεί να βρεί μια κρύα κομπρέσα αλλά δεν προλαβαίνει να καταφθάσει έγκαιρα. Τα φώτα ανάβουν. Η Αμερική παρακολουθεί την Τζούλη Σμιθ να δολοφονεί κάθε ερώτηση στον διπλό πίνακα του Τζεοπάρτνι, με το πρόσωπο της και το συνθετικό της σακάκι να βρέχονται. Ο Τρεμπέκ γίνεται ξαφνικά περίεργα χαλαρός και παριστάνει ότι δεν έχει προσέξει τίποτα, και δεν ρωτά ( ποτέ, σε κανένα από τα εκατοντάδες επεισόδια) κάποια από τις προσωπικές ερωτήσεις τις οποίες είχε υποσχεθεί ότι θα υπέβαλλε.

Το παιχνίδι συνεχίζεται. Η Φαίη παρακολουθεί μια καινούργια, τρίτη Τζούλη να απαντά τις ερωτήσεις, την μια μετά την άλλη. Το πρόσωπο της Τζούλη στεγνώνει, σκληραίνει. Κοιτάζει τον ‘Άλεξ με ένα αχόρταγο βλέμμα που επικεντρώνεται στις άκρες των χαρτιών του.

Στον τελικό του Τζεοπάρτνι, με τους αντιπάλους της να μένουν πάλι άφραγκοι, η Τζούλη υπερπηδά με ευκολία τις μπλόφες του Τρεμπέκ και ποντάρει και τις εικοσιδιόμισυ της χιλιάδες στο ότι το πρώτο κομμάτι από τον «Άνθρωπο του Πεκίνου» που ανακαλύφθηκε , ήταν ένα κατάλοιπο νομοθεσίας. Καταλήγει με $45,000 στην τσέπη. Ο Άλεξ κάνει πως υποκλίνεται. Το ακροατήριο χειροκροτάει. Ακούγονται τύμπανα. Και, σε μια στιγμή κατά το κλείσιμο, για την οποία είναι υπεύθυνη η Φαίη Γκόνταρντ, η τηλεόραση δείχνει την Τζούλη Σμιθ, που είναι καθισμένη σε ένα χρωματιστό σκαμνί που είναι ενωμένο με το σιδερένιο της έδρανο, να δείχνει το μεσαίο της δάχτυλο στον Άλεξ Τρεμπέκ.

Ένα ολόκληρο έθνος κατενθουσιάζεται. Τα τηλεφωνικά κέντρα στο MGE και στο NGE τρελλαίνονται και παίζουν συμφωνίες για δύο ολόκληρες μέρες. Το τελευταίο αυτό κομμάτι στο τεσσαρακοστό έβδομο επεισόδιο του Τζεοπάρντι, αγγίζειτο ποσοστό 50% σε τηλεθέαση , που αντιστοιχεί με την ακροαματικότητα στον Τελικό Κυπέλλου και με τις ακροαματικότητες όταν πρόκειται για καμιά δολοφονία.
Έχουμε 24 Σεπτεμβρίου του 1985.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2008

"Μικρά Ανέκφραστα Ζώα" του ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΦΟΣΤΕΡ ΓΟΥΑΛΑΣ (συνέχεια μετάφρασης)

Καλοκαίρι του 1985 και η Φαίη βρίσκεται στον τέταρτο μήνα εργασίας της στην ομάδα του «Τζεοπάρντι!», όταν μια γλυκομίλητη, παράξενα όμορφη νεαρή γυναίκα μπαίνει μέσα μ’ένα λερωμένο τζην σακάκι, ένα σακίδιο στον ώμο και ένα απόκομμα μιας αγγελίας στους Ταϊμς στο χέρι, όπου περιγράφονταν οι όροι ενός διαγωνισμού των MGE. Το κορίτσι λέει ότι ψάχνει το «Τζεοπάρντι» καθώς, όπως της έχουν πεί, έχει ένα κεφάλι γεμάτο γνώσεις. Η Φαίη της παίρνει συνεντεύξη και ιντριγκάρεται ευχάριστα . Το κορίτσι προκρίνεται με ευκολία αλλά όχι με ένα ιδιαίτερα μεγάλο σκορ στο κουϊζ γενικών γνώσεων CBE, στην κατηγορία εκείνη, στην οποία μονοπωλούν οι ερωτήσεις ζωολογίας. Ίσα που κατορθώνει η Τζούλη Σμιθ να περάσει στον επόμενο γύρο.


Σ’ένα μαγνητοφωνημένο κύκλο ερωτήσεων, με τις επιδόσεις ενός μελαχροινού ονόματι Σραϊνερ από το Εντσίνο και μιας βιβλιοθηκονόμου ονόματι Ρέντιγκ, (η οποία κρύβει τα λιγοστά της μαλλιά με μια φανταχτερή ξανθιά περούκα), να κινούνται οριακά, η Τζούλι παίρνει το παιχνίδι με διαφορά, αλλά έχει πρόβλημα στο να μιλήσει καθαρά στο μικρόφωνο ενώ δυσκολεύεται και στο παράδοξο εκείνο μέρος του «Τζεοπάρντι!» στο οποίο ο τηλεπαρουσιαστής λέει την απάντηση και ζητά από τον διαγωνιζόμενο να μαντέψει την ερώτηση. Η Φαίη δίνει για βαθμό στην Τζούλη ένα τρία στα πέντε. Συνήθως είναι τα τεσσάρια και τα πεντάρια που συνεχίζουν περνώντας στην επόμενη φάση. Αλλά, στον Άλεξ Τρεμπέκ, ο οποίος περνά τον περισσότερο χρόνο του παρακολουθώντας μέρος των οντισιόν, αρέσει το κορίτσι, ακόμη κι αν αυτή έχει απορρίψει την πρόσκληση του να πιούνε μαζί μια κόλα στα γραφεία της διεύθυνσης των MGE●και η Ντη Γκόνταρντ και ο Μάφι Ντεμότ επιλέγουν την Τζούλη ανάμεσα σε δεκαοχτώ άλλους, για ιδιαίτερη περαιτέρω αξιοποίηση. Κανένας από το προσωπικό ενός προγράμματος, το οποίο παλεύει να κρατηθεί στον ανταγωνισμό της αγοράς, δεν έχει καμιά αντίρρηση στην τακτική της θήρευσης ελκυστικών, νεαρών γυναικών διαγωνιζομένων. Κτλ. Η Τζούλη Σμιθ καλείται ξανά να συμμετάσχει σε κύκλο διαγωνιζομένων, κάπου στις αρχές του Σεπτέμβρη, το 1985.

(συνεχίζεται)

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2008

"Μικρά Ανέκφραστα Ζώα" του ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΦΟΣΤΕΡ ΓΟΥΑΛΑΣ (συνέχεια μετάφρασης)

Ο Πατ Σάτζακ , ο Άλεξ Τρέμπεκ και ο Μπερτ Κόνβεϋ, κάθονται σε κύκλο, με παντελόνια και γραβάτες χαλαρωμένα, στο καθιστικό της αίθουσας παραγωγής, πρωϊνές ώρες, παρακολουθώντας μια κασέτα με τις περσινές «World Series».
« Αυτό είναι για τις χαμηλές» λέει ο Τρέμπεκ.
Ο Μπερτ Κόνβεϋ, ο οποίος υγραίνει τους φακούς επαφής του, γυρίζει πίσω την κασέτα.
Ο Τρέμπεκ κάθεται καλύτερα. « Ονομάστε τον καλύτερο στο χτύπημα χαμηλών μπαλιών, όλων των εποχών»
«Τζο Πέριτον» λέει ο Σάτζακ χωρίς δεύτερη σκέψη.
Ο Τρέμπεκ κοιτάζει δύσπιστα. « Ο Τζό Πέριτον;»
« Ο Γουήλι Στάργκελ ήταν έξοχος στο χτύπημα χαμηλών μπαλιών» λέει ο Κόνβεϋ. Οι άλλοι δυο άντρες τον αγνοούν.
« Ο Ρέτζι Τζάκσον ήταν έξοχος» λέει ο Σάτζακ σκεφτικός.
« Και ακόμη συνεχίζει να είναι» λέει ο Τρέμπεκ, μ’ένα αίσθημα ότι είναι απών, κι απ’αυτό ακόμα το ρυθμικό χτύπημα της γροθιάς του.

Οι παρουσιαστές τηλεπαιχνιδιών έχουν μια εύκολη επαγγελματική ζωή. Και οι πέντε εκπομπές μιας βδομάδας γυρίζονται σε μια μόνο μέρα. Μια μονάχα βδομάδα το μήνα αναλώνεται σε εντατική δουλειά σε στούντιο. Ο χρόνος που απομένει είναι στη διάθεση του παρουσιαστή. Ο Μπερτ Κόνβεϋ, γυρνά σε επιδείξεις αυτοκινήτων, εμπορικά εγκαίνια, παρακολουθεί τα επεισόδια του «Πλοίου της αγάπης» και υπήρξε «εκατομμυριούχος» πολλές φορές. Ο Σάτζακ παίζει φαινομενικά ρακέτες και ασχολείται με την κηπουρική. Κανένας δεν είναι σίγουρος για το πως Αλεξ Τρέμπεκ πως ξοδεύει τον ελεύθερο του χρόνο.

Αυτό κι αν ήταν χτύπημα! Ο Σάτζακ ρίχνει ένα τενεκεδάκι σόδας στην οθόνη. Ο Τρέμπεκ και ο Κόνβεϋ γελάνε.
Ο Σάτζακ κοιτάει τον Μπερτ Κόνβεϋ. « Πώς πάει το δόντι, Μπερτ;»
Ο Κονβεϋ φέρνει το χέρι στο στόμα. « Ακόμα κίτρινο», γκρινιάζει.
Ο Τρέμπεκ παρατηρεί από κοντά. «Έχεις κίτρινο δόντι;»
Ο Κόνβεϋ αισθάνεται σαν κουρεμένο κανίς σε δημόσια θέα. « Κάτι το περαστικό είναι. Ήδη ξεκίνησε να καθαρίζει». Κοιτάζει με νόημα τον Άλεξ Τρέμπεκ. « Απλά μην πείτε τίποτα στον Μερβ γι’αυτό».
Ο Τρέμπεκ κοιτάζει γύρω του σαν να ψάχνει να δεί σε ποιον απευθύνεται ο Κόνβεϋ. « Εγώ; Αυτός που έχεις τώρα μπροστά σου; Σου μοιάζω εγώ για τέτοιος άνθρωπος;»
« Μου μοιάζεις για παρουσιαστή τηλεπαιχνιδιού»
Ο Τρέμπεκ μ’ένα πλατύ χαμόγελο. « Ίσως εξαιτίας των τέλειων και όμορφων, κάτασπρών μου δοντιών».
«Μπάσταρδε» μουρμουρίζει ο Κόνβεϋ.
Ο Σάτζακ λέει και στους δύο να ησυχάσουν.


Η δυναμική της σύνδεσης της Φαίη Γκόνταρντ και της Τζούλη Σμιθ, τείνει, όπως ισχυρίζονται αυτοί που τους τριγυρίζουν, να αντιστέκεται ενός ξεκάθαρου προσδιορισμού. Η Φαίη είναι στα εικοσιέξι και έχει δουλέψει στο ερευνητικό τμήμα του «Τζεοπαρντι!» τους τελευταίους σαράντα μήνες. Η Τζούλη είναι στα είκοσι, έχει θετούς γονείς στο Λα Τζόλλα, και κατέκτησε την πρωτιά στο Τζεοπάρντι μετά από επτακόσιες τόσες εκπομπές που κυριάρχησαν εμπορικά.

Σαράντα μήνες προηγουμένως, ο μεγιστάνας στο τομέα παραγωγής τηλεπαιχνιδιών, ο Μερβ Γκρίφφιν, αποφάσισε να βγάλει από τη ναφθαλίνη το δημοφιλές παιχνίδι "Τζεοπάρντι!" και να απομακρύνει τον Αρτ Φλέμμιγκ, για το χατήρι του όμορφου, με κερί στα μαλλιά, επαρκώς διακεκριμένου και παραδόξως έξυπνου , Άλεξ Τρεμπέκ, ενός πρώην μοντέλου, που μπήκε στη βιομηχανία παρουσίασης τηλεπαιχνιδιών, με το βραχύβιο « Χαϊ Ρόλλερς» στο Μπαρίς/ NBC. Η Ντη Γκόνταρντ, η οποία έγραψε τα σενάρια για σόου παλιά όπως το «Αλήθεια ή Συνέπειες» και « Ονομάτισε αυτόν τον τόνο», είχε δουλέψει για την προώθηση/επέκταση στο « Τζόκερ Γουάϊλτ» και είχε τέλος αναλάβει την παραγωγή του επίφοβου εμπορικά αλλά αποδεκτού από τους κριτικούς «Γκάμπιτ», προσλήφθηκε από το MGE, ως η νέα υπεύθυνη παραγωγής στο «Τζεοπάρντι!».

Ακολούθησε μια περίοδος γεμάτη εντάσεις, μετά την απόφαση του Γκρίφφιν να τοποθετήσει ως σκηνοθέτρια του ανανεωμένου σόου, την Τζάνετ Λέρνερ Γκόνταρντ, σαρανταοχτάρα, νικήτρια δύο « Clio», αλλά επίσης γυναίκα του πρώην άντρα της Ντη. Τελικά η Ντη, πείστηκε να παραμείνει μόνο μετά από ένα προσωπικό τηλεφώνημα από τον βοηθό παραγωγής του Μέρβ Γκρίφφιν στη Νέα Υόρκη, όπου βρισκόταν η Φαίη Γκόνταρντ, η οποία, έχοντας φύγει από το Μπριν Μωε στα 1982 μ’ένα πτυχίο βιβλιοθηκονομίας , έγραφε εκδοτικά σημειώματα στο περιοδικό «Puzzle». Το δεξί χέρι του Μερβ λοιπόν, είχε προτείνει στην Φαίη μια θέση στο «Τζεοπάρντι!» στον τομέα της έρευνας κατηγοριών και ερωτήσεων.

Η Φαίη δουλεύει για τη μαμά της.

(συνεχίζεται)

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Η λίστα ιστολογίων μου