Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2008

"Μικρά Ανέκφραστα Ζώα" του ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΦΟΣΤΕΡ ΓΟΥΑΛΑΣ (συνέχεια μετάφρασης)

«Σαν κόρη μας την αγαπήσαμε» λέει ο υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων των επιχειρήσεων «Τζεοπάρντι», Μάφφι Ντεμότ. «Λυπόμαστε πάρα πολύ που φεύγει. Κανένας δεν έχει ποτέ επηρεάσει ένα τηλεπαιχνίδι με τέτοιο τρόπο, όπως η δεσποινίς Σμιθ, το Τζεοπάρντι!
Από άρθρο στην εφ. Variety, 13 Μαρτίου 1988.

Αδύναμα κύματα φουσκώνουν, σκάνε, ξαναγλιστρούν προς τα μέσα. Κάτασπρα δάχτυλα βυθίζονται στην άμμο. Η Φαίη βλέπει την σκούρα άμμο να ξανθαίνει κάτω απ’την επιφάνεια της θάλασσας, κάθε φορά που το νερό τραβιέται προς τα πίσω.
Η παραλία βρίσκει ξανά τη φόρμα της με τα χρώματά της να ξανοίγουν στο φως του ήλιου. Η Φαίη κοιτάζει λοξά το πρόσωπο της Τζούλη Σμιθ. Η Τζούλη διαθέτει το καλύτερο δέρμα που η Φαίη έχει δεί ποτέ. Δεν είναι μόνο που είναι τόσο καθαρό που μοιάζει με ανθισμένο , ούτε ότι έχει πάρει εδώ στη θάλασσα, το κόκκινο χρώμα του κρασιού από τον ήλιο, αλλά η σύστασή του έχει κάτι το εξαιρετικά ζωντανό, μια ελαστική απαλότητα, σαν ένα μεταξένιο κάλυμμα. Είναι ευαίσθητο και έχει βάθος. Φωτεινό και σφριγηλό, τεντώνεται στα ψηλά ζυγωματικά της Τζούλη, με τα διακριτά οστά τους να κάνουν τα μάγουλα της να κοιλαίνουν και τα μάτια της να φωλιάζουν βαθιά πίσω. Το πρόσωπο της έχει ένα σχήμα του κλειδιού, σχεδόν σλαβικό. Το καθετί πάνω της μοιάζει διαφανές ●ακόμα και αυτή ακόμα η σχισμή ανάμεσα στα δύο μπροστινά της δόντια, δίνει την εντύπωση μιας χαραμάδας, μιας διακριτικής πρόκλησης. Η Τζούλη, με ένα τρόπο που η Φαίη δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί, κατάφερνε μ’ένα ιδιαίτερο τρόπο να ερεθίσει την Φαίη με τα δόντια της και το κενό ανάμεσά τους.

Η Τζούλη κοίταξε προς τα πάνω «Γιατί όμως»;
Η Φαίη κοιτάζει αόριστα , κουνώντας το κεφάλι της.
«Για την ποίηση μιλούσαμε». Η Τζούλη χαμογελάει, αγγίζοντας το μάγουλο της Φαίη.
Η Φαίη ανάβει ένα τσιγάρο ενώ φυσάει άνεμος. «Ποτέ δε μου άρεσε. Σαν να χτυπιέσαι άσκοπα στους θάμνους. Ακόμα κι όταν μου αρέσει, δεν πρόκειται παρά από ένα έμμεσο τρόπο να πεις το προφανές..έτσι μου φαίνεται τουλάχιστον»
Η Τζούλη γελάει αποκαλύπτοντας τα δόντια της και το κενό ανάμεσά τους. «Ολέ!»λέει «αλλά για σκέψου πόσοι λίγοι από εμάς είμαστε εξοπλισμένοι με τα κατάλληλα μέσα ώστε να αντιμετωπίσουμε το προφανές»
Η Φαίη γελάει. Βρέχει το δάχτυλό της και παριστάνει ότι σημειώνει το σκορ σ’ένα αόρατο πίνακα. Γελάνε και οι δύο. Ένα ανώμαλο κύμα σκάει σε μια σανίδα. Το δάχτυλο της Φαίη έχει μια γεύση καπνού και αλμύρας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2008

Χαίρετε!

"Μικρά Ανέκφραστα Ζώα" του ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΦΟΣΤΕΡ ΓΟΥΑΛΑΣ (συνέχεια)

Η Φαίη και η Τζούλη κάθονται σε πετσέτες θαλάσσης, στην ακρογιαλιά, γυμνές, σε παραλία γυμνιστών στο Λος Άντζελες, λίγο μετά την αυγή. Έχουν τον ήλιο πίσω τους. Ο Ειρηνικός έχει ένα μαβί χρώμα που ξανοίγει. Ένα αδύναμο κύμα βρέχει πρώτα τα πόδια τους και μετά αποτραβιέται. Το χρώμα τ’ουρανού είναι αλλόκοτο.
Η Τζούλη εξηγεί στην Φαίη τα τρία εκείνα στάδια που διέρχονται τα ερωτευμένα άτομα μέχρις ότου γνωριστούν αληθινά μεταξύ τους. Πρώτα, ανταλλάζουν ανέκδοτα και τάσεις. Ακολούθως λέει ο ένας στον άλλο τι πιστεύει. Μετά ο καθένας παρατηρεί στον άλλο, κατά πόσον αυτό που κάνει, ανταποκρίνεται σ’αυτό που πιστεύει.
Η Τζούλη και η Φαίη ανταλλάζουν ανέκδοτα και αναφέρονται στις τάσεις του περασμένου μηνός. Η Τζούλη λέει στην Φαίη, ότι εκείνη, ως Τζούλη, αρέσκεται : στην σύγχρονη ποίηση, στις σκληρές γυναίκες, στις λέξεις με μια μόνο σημασία, στα πρόσωπα που αλλάζουν έκφραση κάθε δευτερόλεπτο, σε μια άσημη, περιορισμένη έκδοση μιας Καναδέζικης εγκυκλοπαίδειας που ονομάζεται «LaPlace’s Guide to Total Data», στην απαλή μυρωδιά της πούδρας που βάζουν στο πρόσωπό τους οι ηλικιωμένες γυναίκες και στο O.E.D..
« Κι όμως, υποθέτω πως θα έπρεπε να προσθέσεις, ότι η εγκυκλοπαίδεια αποδείχτηκε επικερδής»
Η Τζούλη οσφραίνεται τον αέρα που μυρίζει χωματίλα. « Πρέπει να παραμείνουμε σ’αυτό που παλιά μας έλεγαν οι δασκάλοι. Η εγκυκλοπαίδεια ήταν ο καλύτερος μου φίλος»
«Όταν ήσουν παιδί εννοείς». Η Φαίη αγγίζει τον ώμο της Τζούλη.
« Οι άντρες απλά εμφανίζονταν, ο ένας μετά τον άλλο. Λυπάμαι τόσο πολύ τη μαμά μου. Μ’αυτούς τους κενούς , μουλωχτούς άντρες, στους οποίους γαντζωνόταν, τον ένα μετά τον άλλο και ερχόντουσαν να μείνουν μαζί μας. Και από τους οποίους κανείς, έστω ένας, δεν μπόρεσε ποτέ να αγαπήσει τον αδερφό μου.
«Για έλα κοντά μου»
« Μερικές φορές τα πράγματα κατέληγαν τόσο άσχημα. Την θυμάμαι να ηγείται μιας αληθινά άσχημης ζωής. Αλλά φρόντιζε να μας κλειδώνει όλους στα δωμάτια όταν τα πράγματα γινόντουσαν τόσο άσχημα, για να μας γλυτώσει». Η Τζούλη χαμογελά αυτοσαρκαστικά. « Στις αρχές θυμάμαι μου έδινε μια ρίγα και ένα μολύβι. Για να ψυχαγωγούμαι. Ψυχαγωγούσα τον εαυτό μου με την ρίγα για ώρες»
« Και μένα πάντοτε μου άρεσαν οι ρίγες»
« Φτιάχνουν κόσμους. Μπορούσα να στήσω με τις γραμμές ολόκληρους κόσμους. Σαν μια ακατέργαστη μαγεία. Μπορούσα να περάσω έτσι μια ολόκληρη μέρα. Με τον αδερφό μου να παρακολουθεί».
Δεν πετάνε γλάροι στην παραλία την αυγή. Είναι ησυχία. Τα κύματα φουσκώνουν.
« Είχαμε όμως και τη σειρά εκείνη της καναδέζικης εγκλυκλοπαίδειας. Ο δεύτερος της άντρας κατάφερε να την πουλήσει σε ένα πλανόδιο πωλητή. Κράτησα μερικούς τόμους σε κάθε δωμάτιο στο οποίο μας κλείδωνε. Κατάφεραν, αληθινά , να γίνουν φίλοι μου. Οι γραμμές τους μου έδιναν μια αίσθηση συνοχής και παράλληλα ασυνέχειας. Κατάφερα να τους γνωρίσω σε βάθος» . Η Τζούλη κοιτάζει τη Φαίη. « Δεν πρόκειται να σου απολογηθώ αν αυτό σου ακούγεται αστείο ή μελοδραματικό».
« Καθόλου αστείο δε μου ακούγεται. Δεν υπάρχει τίποτα το αστείο σε ένα παιδί με βλαμμένο αδερφό και με μια μητέρα με άσχημη ζωή, που είναι μοναξιασμένο. Για να μην αναφέρω και το ότι το κλειδώνανε μέσα».
« Κοίτα όμως, στην ουσία αυτόν κλειδώνανε μέσα. Εγώ ήμουν εκεί για να τον προσέχω».
« Ένας αυτιστικός αδερφός δεν είναι και η καλύτερη παρέα σε κάποιον, ανεξαρτήτως πόσο πολύ τον αγαπά, αυτό πιστεύω», λέει η Φαίη, φτιάχνοντας με το δάχτυλο του ποδιού ένα τρίγωνο στην άμμο.
«Η φροντίδα του απαιτούσε πολύ χρόνο. Δεν ήταν όμως καλή παρέα, έχεις δίκιο. Αλλά κατέληξα να τον θέλω συνεχώς μαζί μου. Έγινε η δουλειά μου. Κατέληξε να είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητάς μου, κάπως. Ήταν αυτό που μου έδινε το δικαίωμα να υπάρχω. Και δεν ήμουν ούτε οκτώ χρόνων τότε..»
« Δεν μπορώ να καταλάβω πως και δεν την μισείς», λέει η Φαίη.
« Κανένας από τους άντρες της δεν άντεχε να τον έχει γύρω του. Ακόμα κι αυτοί που το προσπάθησαν, στο τέλος δεν μπορούσαν να τον ανεχτούν άλλο. Στεκόταν απλά και κοίταζε κουνώντας πάνω-κάτω τους ώμους. Παραπονιούνταν ότι, όποτε κοιτούσαν στα μάτια τη μαμά, εκείνος έμενε παρατηρεί έντονα» . Η Τζούλη τινάζει λίγο άμμο που είχε κολλήσει στα κοντά της μαλλιά.«Ωστόσο ήταν έξυπνος. Ζούσε βέβαια απόλυτα στον δικό του κόσμο, αλλά ήταν έξυπνος. Μπορούσε να κοιτάζει το ίδιο πράγμα για ώρες χωρίς να βαρεθεί. Και όπως αποδείχτηκε, μπορούσε και να διαβάζει. Διάβαζε αργά και ποτέ του μεγαλόφωνα. Δε ξέρω με τι του φαίνονταν να έμοιαζα6υν οι λέξεις». Η Τζούλη κοιτάει την Φαίη. « Κατάφερα και οι δύο να διαβάζουμε καλά, με την βοήθεια της εγκυκλοπαίδειας. Από πολύ νωρίς. Βοηθούσε τα μέγιστα η εικονογράφηση»
«Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πώς και δεν την μισείς»
Η Τζούλη ρίχνει μακριά ένα πετραδάκι « Και όμως δεν το κάνω, Φαίη»
«Σε παράτησε στο δρόμο γιατί ένας τύπος της είχε πεί να το κάνει»
Η Τζούλη κοιτά το κομμάτι της άμμου όπου είχε ρίξει το πετραδάκι. Η άμμος χωνεύεται στο νερό. « Αγαπούσε αληθινά αυτόν τον άντρα με τον οποίο ήταν τότε μαζί». Κουνάει το κεφάλι της. « Κατάφερε να τον κάνει να τον αγαπήσει. Έχω την εντύπωση ότι μ’εγκατέλειψε ώστε να μπορέσει να τον φροντίσει καλά. Της είμαι ευγνώμων γι’αυτό. Αν δεν έμενα χωρίς αυτόν από τότε, τώρα, δε θα μου είχε μείνει καθόλου εαυτός.»
«Μωρό μου..»
« Θα με τρέχανε εμένα στα νοσοκομεία στο τέλος, κι όχι αυτόν»
«Και τι δηλαδή, θα σταματούσε ξαφνικά να είναι αυτιστικός από τη στιγμή που εσύ θα έφευγες;»
Ανάμεσα στα πράγματα που η Τζούλη Σμίθ αντιπαθεί είναι κυρίως : οι ευχετήριες κάρτες, οι ανάδοχοι γονείς που σπεύδουν να υιοθετήσουν ένα παιδί χωρίς πρώτα να κοιτάξουν μέσα τους και να εκτιμήσουν την ικανότητά τους ν’αγαπάνε, η μυρωδιά της ναφθαλίνης, ο Τζον Απντάϊκ, τα έντομα που φέρουν κεραίες, και γενικότερα τα ζώα»
«Και με τις στοργικές γυναίκες τι γίνεται;»
«Αυτό με τα έντομα είναι ίσως το χειρότερο. Ακόμα κι όταν το έντομο σταματήσει να κινείται, οι κεραίες του συνεχίζουν να ανιχνεύουν τον χώρο. Οι κεραίες ποτέ δεν σταματούν να κινούνται. Αυτό δεν το αντέχω»
«Σ’αγαπώ Τζούλη»
« Κι εγώ σ’αγαπώ, Φαίη»
« Δεν πίστευα ποτά ότι θ’αγαπούσα μια γυναίκα με τέτοιο τρόπο»
Η Τζούλη γυρνάει το κεφάλι της στον Ειρηνικό. « Μην με κάνεις να αισθάνομαι άσχημα»
Η Φαίη παρακολουθεί ένα ζωϋφιο χωρίς κεραίες, με πόδια λεπτά σαν τρίχες, να κινείται στην επιφάνεια του νερού μιας λακουβίτσας. Βήχει δυνατά καθαρίζοντας τον λαιμό της.

« Οκ», λέει,» « Αυτή είναι ίσως η μοναδική γραμμή σ’ένα αμερικάνικο γήπεδο ποδοσφαίρου η οποία μένει ακάλυπτη»
Η Τζούλη γελάει.
«Πως είναι να είσαι πενήντα..»
«Όπως εκείνο τον μοναδικό μήνα του χρόνου χωρίς εθνική εορτή, που πήρε το όνομά του από τον ρωμαίο εκείνο αυτοκράτορα που…»
«Όπως ο Αύγουστος λοιπόν....»
Ο ήλιος ανεβαίνει∙ τα γαλανά νερά αποκτούν ζωή.
Οι γυναίκες ξαπλώνουν πιο κοντά ώστε να τις βρίσκει πάλι το κύμα.
« Ο ωκεανός μου μοιάζει κάποιες φορές με ένα μεγάλο γαλάζιο σκυλί», λέει η Φαίη κοιτάζοντας τον. Η Τζούλη απλώνει το χέρι της κι αγκαλιάζει τους γυμνούς ώμους της Φαίη.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

DAVID FOSTER WALLACE

"Μικρά Ανέκφραστα Ζώα" του ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΦΟΣΤΕΡ ΓΟΥΑΛΑΣ (συνέχεια)

«Jeopardy! Βασίλισσα εκθρονίζεται μετά από τρία χρόνια εξουσίας!»
Τίτλοι πρώτης σελίδας, εφ. Variety, 13 Μαρτίου 1988

«Ας είμαστε όλοι εκεί», λέει η τηλεόραση.
« Και πού άλλού θα ήμουνα»;, ρωτά η Ντη Γκόνταρντ, στην καρέκλα της, στο γραφείο της, το βράδυ, στα 1987.
« Φέρνουμε καλά πράγματα στη ζωή» λέει η τηλεόραση.
«Το ίδιο κι εγώ» λέει η Ντη. «Αυτό έκανα. Μόνο για μια φορά..».
Η Ντη κάθεται στο γραφείο της στις επιχειρήσεις Μέρβ Γκρίφφιν τις καθημερινές τα βράδυα και σκοτώνει την ώρα της πίνοντας μαρτίνι. Οι τοίχοι του γραφείου της είναι γεμάτοι με ρητά που κυκλοφορούν στο εμπόριο. Η ανεπανόρθωτη ζημιά της, έχει καμουφλαριστεί. Μόλις τα πράγματα φτάσουν στο απροχώρητο συνηθίζει να πηγαίνει για ψώνια. Φωτογραφίες με αυτόγραφα. Μια φωτογραφία με την Ντη και τον Μπο Μπάρκερ όταν η τελευταία έγραψε το « Αλήθεια ή συνέπειες». Ο Μερ Γκρίφφιν να της δίνει μια πλακέτα. Η Ντη και η Φαίη ανάμεσα στον Γουίνκ Μαρτιντάλε και τον Τσακ Μπάρρις σ’ένα επίσημο δείπνο.
Η Ντη χρησιμοποιεί το τηλεχειριστήριό της για να αλλάξει κανάλι από το NBC στο MTV, στην καλωδιακή. Αγόρια που φαίνονται υπερκαταναλωτικά, πατωμένα με μέηκαπ, παίζουν κιθάρες που μοιάζουν περισσότερο με τζετ και όπλα παρά με κιθάρες.
«Μ’ένα όχι σώθηκες» λέει η Ντη κοφτά, πίνοντας
«Σαν πολύ δεν πίνει;» λέει η Τζούλη Σμιθ στην Φαίη.
«Είναι για τον πόνο», λέει κοιτώντας την η Φαίη.
Η Φαίη χαμογελάει.
Η Τζούλη κουνάει το κεφάλι της « Είναι άσχημο να την βλέπεις σε τέτοια κατάσταση»
« Σου αξίζει ένα διάλειμμα σήμερα» λέει η τηλεόραση « Αρέσεις στο γάλα. Όσο περισσότερο μας ακούς τόσο καλύτερα ακούγεσαι. Δεν πεινάς για μια Μπαρούφα φλαμπέ»;
«Όχι δεν πεινάω για μια Μπαρούφα φλαμπέ» λέει η Ντη, και κάθεται καλά στην καρέκλα της « Όχι, δεν πεινάω για τέτοια». Της πέφτει το ποτήρι απ’το χέρι.
« Αυτό που είπε για σένα όμως, ήταν καλό». Η Τζούλη κοιτάζει την Φαίη λοξά. « Εκείνο.. το ότι έφερε ένα καλό πράγμα στη ζωή»
Η Φαίη χαμογελά καθώς παρακολουθεί την τηλεθεάτρια. « Άκουσες τι έκανε ο Άλεξ σήμερα; Ο Σατζάκ λέει ότι αυτός και ο Άλεξ βρίσκονται σε πόλεμο. Ο Άλεξ μπήκε στο στούντιο του μηχανικού και έπαιζε με το κουμπί των ψεύτικων χειροκροτημάτων καθόλη τη διάρκεια του τρίτου επεισοδίου των «Wheels»
«Ώστε δεν ξεχνάς» λέει η τηλεόραση, «Κοίτα λοιπόν με τι καταλήγεις»
«Γουάο» λέει η Ντη. Αποκοιμιέται στην καρέκλα της.

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2008

Μικρά Ανέκφραστα Ζώα του ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΦΟΣΤΕΡ ΓΟΥΑΛΑΣ (συνέχεια)

« Αν είναι να μην έρθει», λέει ήρεμα η Ντη, «απλά πέστο μου. Ώστε να δώ τι θα κάνω για να τα μπαλώσω με τον Μέρβ. Μωρό μου..»
Είναι αλήθεια ότι η Φαίη μπορεί να διακρίνει στο παράθυρο μια φωτεινή και συνάμα θαμπή φιγούρα της μάνας της. Εδώ λοιπόν, έχουμε το μεσήλικο πρόσωπο της μάνας της, τα άψογα, βαμμένα και στυλιζαρισμένα κόκκινα της μαλλιά, τις μίζερες ρυτίδες στο στόμα και στη μύτη της, που παγιδεύουν και συγκεντρώνουν καθ΄’ολη τη διάρκεια της μέρας υπολείμματα από το μέηκαπ και τις κρέμες . Τα μάτια της Ντη είναι κόκκινα από τους καπνούς των τσιγάρων και συνοδεύονται από βαθείς κύκλους, με σακούλες από σκούρο αίμα. Η Ντη ξεχωρίζει για τους κύκλους στα μάτια της. Και φέτος η Φαίη διαπίστωσε ότι σκούρες σακούλες άρχισαν κι αυτηνής να πρήζονται κάτω απ΄τα μάτια της, τα οποία μοιάζουν με αυτά του πατέρα της, σκούρα καστανά και ελαφρά εξώφθαλμα. Η Φαίη μπορεί να μυρίσει την αναπνοή της Ντη. Δεν μπορεί να διακρίνει αν η μάνα της έχει πιεί κάτι.
Η Φαίη Γκόνταρντ είναι γύρω στα εικοσι-έξι. Η μάνα της είναι πενηντάρα.
Η Τζούλη Σμιθ είναι στα είκοσι.
Η Ντη ακουμπά το μπράτσο της Φαίη με το αδύναμο χέρι της, που είναι και παγωμένο, από το γραφείο.
«Έίπα ψέματα» λέει η Φαίη.
«Μπράβο το κορίτσι μου». Η Ντη χτυπά απαλά το μπράτσο που πριν είχε αγκαλιάσει.
«Καλά» λέει η υπεύθυνη παρασκηνίων. « Πάρτε την για μακιγιάρισμα». Γυρνάει προς την Ντη. « Την θέλετε μακιγιαρισμένη έτσι;» « Έπραξες σωστά» λέει η Ντη στη Φαίη, δείχνοντας την κλειστή ήδη πόρτα.
« Δεν νομίζω ο κύριος Γκρίφφιν να είναι καλά» λέει η υπεύθυνη ροής.
«Αυτός και το αγόρι είναι φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο. Μπορούμε να προσθέσουμε και τη WAC. Θα την ονομάσουμε Γενική Νεύρωση".
Η Ντη με το λεπτό της χέρι φέρνει το πρόσωπο της Φαίη κοντά στο δικό της. Την φιλάει απαλά. Τα χείλη τους είναι εντελώς ίδια, σκέφτεται ξαφνικά η Φαίη. Το κλιματιστικό την κάνει να τουρτουρίζει.

DAVID FOSTER WALLACE


Διακόπτουμε για λίγο την μετάφραση των «Μικρών ανέκφραστων ζώων» παραθέτοντας μια μικρή βιογραφία του συγγραφέα, καθώς, για τα ελληνικά δεδομένα είναι σχεδόν άγνωστος.
(πρόκειται πάλι για μετάφραση γι'αυτό συγχωρέστε με αν κάποια ονόματα και τίτλοι δεν έχουν αποδοθεί σωστά)

Μικρό βιογραφικό σημείωμα

Ο Ντεϊβιτ Φόστερ Γουάλας γεννήθηκε στην Ιθάκα της Νέας Υόρκης στις 21 Φεβρουαρίου το 1962 και μεγάλωσε στην μικρή πόλη Φίλο στο Ιλινοϊς. Η μητέρα του ήταν καθηγήτρια αγγλικών και ο πατέρας του δίδασκε φιλοσοφία. Δεν ήταν λοιπόν τυχαίο που ο Ντέιβιντ αρίστευσε στο κολλέγιο του Άμχερστ στις Αγγλικές σπουδές και στη Φιλοσοφία και μετά αφοσιώθηκε στον κλάδο της δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα. Τότε είναι που ξεκινά εντατικά να γράφει μυθιστορήματα, διδάσκοντας παράλληλα στο Πανεπιστήμιο του Ιλλινόϊς και αργότερα στο κολλέγιο «Πομόνα» στο Κλαρμόν της Καλιφόρνια.
Αφού παρέλαβε το MFA στη δημιουργική γραφή από το Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, ο Γουάλας δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο « Η σκούπα του συστήματος», ένα κωμικό μυθιστόρημα που τράβηξε την προσοχή σε εθνικό επίπεδο για το εκκεντρικό του χιούμορ. Αμέσως μετά, μετακομίζει στη Βοστώνη ώστε να σπουδάσει φιλοσοφία στο Χάρβαρντ, κάτι που εγκαταλείπει, για μια θέση διδασκαλίας στο τμήμα Αγγλικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Ιλλινοϊς, όπου συνεχίζει να εργάζεται πάνω στο επικών διαστάσεων αριστούργημά του “«Ατελείωτο σούργελο» ( «Infinite Jest»), το οποίο ολοκληρώνεται και εκδίδεται στα 1996.
Στα 1997, ο Ντεϊβιντ Φόστερ Γουάλας, τιμάται από το ίδρυμα Μακ Άρθουρ ως ιδιοφυϊα. Εξακολουθεί να διδάσκει και να δημοσιεύει μικρά του έργα σε διάφορα περιοδικά, όπως στα : Esquire, GQ, Harper's, The New Yorker και Paris Review.
Στα 2002, μετακομίζει στην Καλιφόρνια όπου γίνεται ο πρώτος καθηγητής στο Ροϊ Ε. Ντισνεϊ που διδάσκει δημιουργική γραφή και παράλληλα δουλεύει ως καθηγητής Αγγλικών στο κολλέγιο της «Πομόνα». Στα 2004, δημοσιεύει την τελευταία του συλλογή διηγημάτων « Λησμονιά» ( Oblivion)
Ο Ντεϊβιντ Φόστερ Γουάλας, είναι ευρύτερα γνωστός για το ότι πειραματίζεται στυλιστικά, προκαλώντας με τις επιλογές κι αυτών ακόμα των λέξεων, και την μακροσκελή και απαιτητική δόμηση των έργων του. Η καινοτομίες του καθιστούν το έργο του πολύ συναρπαστικό στην ανάγνωση, το οποίο απαιτεί μια συγκεκριμένη αποκωδικοποίηση ενός προκλητικού παζλ.
Ο Ντεϊβιντ Φόστερ Γουάλας παρέλαβε πολλά βραβεία , περιλαμβανομένων αυτών του καλύτερου συγγραφέα, το βραβείο μυθοπλασίας «Λάναν», το βραβείο χιούμο του «Paris Review», το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων OPB Τζο Σαβάγκο, και το βραβείο Ο. Χένρι.
Αυτοκτόνησε στις 12 Σεπτεμβρίου 2008 σε ηλικία 46 ετών.

"Μικρά Ανέκφραστα Ζώα" του ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΦΟΣΤΕΡ ΓΟΥΑΛΑΣ (συνέχεια)

«Έχουμε λοιπόν εννιά» λέει η σκηνοθέτρια « αρκετούς για να γεμίσουμε τέσσερα σενάρια το καθένα από τα οποία θα ετοιμάζουν από κοινού δύο απ’αυτούς με τη σειρά». Η βροχή στην αλουμινένια οροφή των επιχειρήσεων Μέρβ Γκρίφιν, δημιουργεί στο δωμάτιο ένα ήχο λες και τηγανίζεται κάπου μακριά κρέας.
« Και δεν αμφιβάλλω ότι είναι όλοι εξαίρετοι » λέει η Φαίη. Κοιτάζει τις παλάμες της που είναι ανάμεσα στα γόνατα της. « Τι θα γίνει όμως με την Τζάνετ σε περίπτωση που το καημένο το παιδί της επιτεθεί. Ο καινούργιος σας μυστήριος γκουρού δεδομένων»
« Μην συγχύζεις τη διαφορά ανάμεσα σε μένα, αφενός, και σ’αυτό το οποίο με υποχρεώνουν να κάνω» λέει η σκηνοθέτρια.
« Δε θα της επιτεθεί» λέει η υπεύθυνη παρασκηνίων, χειρονομώντας. Μασάει τσίχλα ενεργοποιώντας έναν μικρό μυ που ελίσσεται σαν σκουλήκι στον κρόταφό της.
Ο Άλεξ Τρεμπέκ ρεύεται διακριτικά φέρνοντας το χέρι του στο στόμα του. Όλοι γυρνάνε και τον κοιτούν.
Η Ντη λέει « Άλεξ, προφανώς έχεις κλείσει τους νέους διαγωνιζόμενους στο κλουβί για τώρα, πές τους λοιπόν ότι μπορεί , μπορεί όμως και όχι, να καθυστερήσουμε λιγάκι. Ευχαρίστησε τους για την υπομονή τους»
Ο Άλεξ σηκώνεται φτιάχνοντας την γραβάτα του. Ο γδούπος του τενεκεδένιου κουτιού της σόδας του, αντιλαλεί στον μεταλλικό πάτο του καλάθου σκουπιδιών.
«Ένας καλός οικοδεσπότης και τα ρέστα» . Η Ντη χαμογελάει καλοσυνάτα.
«Το’πιασα!»
Ο Άλεξ αφήνει την πόρτα ανοιχτή. Έξω, ο ήλιος ξεπροβάλλει μέσα απ’τα σύννεφα. Οι φοινικιές στάζουν και οι σταγόνες τους σπινθηροβολούν.
Στο παράθυρο η Φαίη παρακολουθεί την φιγούρα της Ντη που κοιτάζει το ρολόϊ της με μια μικρή κίνηση.
« Εύκολα μπορούν να εκτιμηθούν τέσσερα σενάρια» , λέει η υπεύθυνη παρασκηνίων, « η ταξινόμηση είναι έτοιμη, όλα τα μόνιτορ στον πίνακα έχουν ελεχθεί. Η Τζοάν ετοιμάζει τώρα την σεκάνς των σκηνών»
«Αυτή είναι δική μου δουλειά» λέει η Φαίη.
«Δική σου δουλειά είναι» λέει μέσα απ’ τα δόντια της η σκηνοθέτρια « είναι να πείς στην Μόμμυ πού μπορεί να είναι η στριμμένη φιλεναδίτσα σου »
«Ο Άλεξ θα χρειαστεί στο πλατώ όλες τις κάρτες και σύντομα», λέει η Ντη στην υπεύθυνη παρασκηνίων.
«Αυτή είναι η δουλειά σου για σήμερα» Η Τζάνετ κοιτάζει επίμονα την πλάτη της Φαίη.
Η Φαίη Γκόνταρντ, προτείνει στην γυναίκα του πρώην πατριού της, το μεσαίο της δάκτυλο επιδεικτικά από το παράθυρο. « Ορίστε ένα απ’αυτό για κάθε μια απορία των ζώων» , λέει.
Η σκηνοθέτρια σηκώνεται, αποκαλεί σκρόφα την Φαίη που μοιάζει με μάντη σε ικεσία, και εγκαταλείπει το δωμάτιο από την ανοιχτή πόρτα την οποία κλείνει στο πέρασμά της.
«Σκρόφα» λέει η Φαίη.
Η Ντη παραπονιέται μ’ένα κουρασμένο χαμόγελο ότι περιτρυγυρίζεται από σκρόφες. Ο Μάφυ Ντεμότ γελά, και κάθεται στη θέση που καθόταν ο Άλεξ. Η Ντη σηκώνεται απ’το γραφείο. Μια ακίδα πιάνεται στο καλσόν της και το σχίζει. Πλησιάζει με δουλοπρέπεια την κόρη της, που κάθεται στην καρέκλα του γραφείου, κοντά στο παράθυρο, έχοντας τα πόδια της, χωρίς παπούτσια, ακουμπημένα στο περβάζι. Τα γόνατα της Ντη τρίζουν δυνατά.

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2008

"Μικρά Ανέκφραστα Ζώα" του ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΦΟΣΤΕΡ ΓΟΥΑΛΑΣ (συνέχεια)

«Είκοσι λεπτά υπόθεση είναι όλο κι όλο, Φαίη» λέει η σκηνοθέτις, κοιτώντας το ρολόϊ από τη μέσα μεριά του καρπού της. « Μετά θα μας πάρει ακόμη μια ώρα για στήσιμο και για δουλειά στο στούντιο. Αλλιώς θα μείνουμε πίσω στην πλοκή, με τη δορυφορική σύνδεση και τη μετάδοση να τρέχουν.
« Για να μην αναφέρουμε ένα αγόρι, που αυτήν ακριβώς τη στιγμή είναι σε κατάσταση μισολιπόθυμη, κατατρομαγμένο και νευρωτικό» Ο Μάφυ Ντεμότ, ο συντονιστής των Δ.Σ λέει ήρεμα: « την τελευταία φορά που τον είδα ήταν κουβαριασμένος στο πάτωμα, έξω από το δωμάτιο μακιγιαρίσματος»
Η Φαίη κλείνει τα μάτια.
« Ο σύζυγος μου τον έχει αναλάβει» λέει η σκηνοθέτις.
« Σ’ευχαριστώ τόσο πολύ Τζάνετ» λέει η Ντη στην σκηνοθέτη. Σκύβει μετά στο πληκτρολόγιο της « Οι υπόλοιποι για τα τέσσερα σενάρια είναι εδώ;»
« Όσοι έχουν υπογράψει. Περισσότεροι απ’όσους είχαμε ποτέ. Σημείωσε επιπλέον και μια τύπισσα που έχει αφυπηρετήσει από το WAC , και η οποία δεν έχει αφοσιωθεί εντατικά στη συγγραφή σεναρίων από τα τέλη Απριλίου. Λέει ότι δεν θα αντέξει να περιμένει κι άλλο για να συναντηθεί με την Τζούλη»
« Αλλά Τζούλη πουθενά» λέει ο Μάφυ Ντεμότ.
Η Ντη μισοκλείνει τα μάτια και κοιτά το πληκτρολόγιο της. « Λοιπόν, όλοι τους μαζί πόσοι είναι τότε;»
«Εννιά» λέει χαμηλόφωνα η Φαίη. Νιώθει το κεφάλι της να ανατριχιάζει.

In memoriam

Παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Διάσπορο και το αφιέρωμα που έχει κάνει στον Ντεϊβιντ Φόστερ Γουάλας, που αυτοκτόνησε πριν λίγες μέρες, ξεκινώ και εγώ, κούτσα κούτσα, την μετάφραση του διηγήματος του :«Μικρά ανέκφραστα ζώα» που δημοσιεύτηκε το 1988 στο περιοδικό «Τhe Paris Review» (βλ http://www.theparisreview.org/viewmedia.php/prmMID/2547)
Ελπίζω να φέρω εις πέρας την πολύ διασκεδαστική αυτή αποστολή, καθώς το ταλέντο του Γουάλας να στήνει εικόνες σχεδόν κινηματογραφικά και να συναγάγεται η πλοκή από αυτές και τους σκόρπιους διαλόγους, με την αφήγηση να μένει υποτυπώδης, είναι κάτι το συναρπαστικό. Τα θέματά του είναι ανοίκεια και σοκαριστικά θα έλεγε κανείς. Αλλά εντυπώνονται ως εικόνες δυνατές και παράλληλα φευγαλέες, όπως ένας κρίκος που σε οδηγεί στον επόμενο, στην ίδια πάντα αλυσίδα.
Συγχωρέστε με για την απόδοση. Έπραξα το κατά δύναμιν. Διορθώσεις και εισηγήσεις δεκτΟΤΑΤΕΣ.


«Μικρά ανέκφραστα ζώα»

Του ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΦΟΣΤΕΡ ΓΟΥΑΛΑΣ


Βρισκόμαστε στα 1976. Ο ουρανός είναι βαρύς και γεμάτος σύννεφα. Τα γκρίζα σύννεφα είναι κάπου στρογγυλεμένα, κάπου ζαρωμένα, κάπου φωτεινά. Κάτω από τον ουρανό εκτείνεται ένα πεδίο στον άνεμο. Ένα χλωμός αυτοκινητόδρομος περνά δίπλα από το τοπίο. Πολλά αυτοκίνητα τον διαπερνούν. Ένα απ’αυτά σταματά σε μια άκρη της λεωφόρου. Δύο μικρά παιδιά εξέρχονται του αυτοκινήτου βοηθούμενα από μια νεαρή γυναίκα με αόριστο πρόσωπο. Ένας άντρας στέκεται δίπλα στους τροχούς του αυτοκινήτου και κοιτάει ευθεία μπροστά. Τα παιδιά είναι ήσυχα και έχουν εξαιρετικά λευκή επιδερμίδα. Η γυναίκα κουβαλά μια ογκώδη τσάντα που φαίνεται να είναι γεμάτη από κάτι βαρύ. Το πρόσωπο της πλανιέται αόριστο πάνω απ’την τσάντα. Μεταφέρει την τσάντα και τα ανοιχτόχρωμα παιδιά κοντά σ’ ένα ξύλινο ταχυδρομικό κουτί. Η γυναίκα λέει στα παιδιά να ακουμπήσουν στο κουτί μέχρις ότου επιστρέψει πίσω το αυτοκίνητο. Τα παιδιά αγγίζουν το κουτί. Ο άνεμος φυσάει. Πολλά αυτοκίνητα είναι που περνούν. Μένουν σ’αυτή την στάση ολόκληρη την ημέρα.

Βρισκόμαστε στα 1970. Μια γυναίκα με κόκκινα μαλλιά κάθεται πολλές σειρές πίσω από την οθόνη ενός κινηματογράφου. Ένα παιδί που φοράει φουστάνι κάθεται δίπλα της. Τα καρτούν στην οθόνη έχουν ξεκινήσει. Τα μάτια του παιδιού βυθίζονται μέσα στα καρτούν. Πίσω απ’την γυναίκα εκτείνεται το σκοτάδι. Ένας άντρας κάθεται πίσω απ’τη γυναίκα. Γέρνει μπροστά. Τα χέρια του διαπερνούν τα μαλλιά της γυναίκας. Παίζει με τα μαλλιά της γυναίκας στο σκοτάδι. Το αντανακλώμενο φώς από τα καρτούν κάνει τα πρόσωπα του κοινού να αναβοσβήνουν: τα μάτια της γυναίκας είναι φωτεινά και φοβισμένα. Τα καρτούν του θεάτρου,οι περιλήψεις των επερχόμενων θεαμάτων, και οι παραστάσεις των πρόσφατων κατορθωμάτων, κρατάνε για τρείς σχεδόν ώρες.

Ο Άλεξ Τρεμπέκ φέρνει ένα γύρο στο στούντιο Τζεοπάρντι φορώντας μια κονκάρδα που αναγράφει « Ο Πατ Σατζάκ μοιάζει με ασβό» Αυτός και ο Σατζάκ παίζουν ρακέτες κάθε Πέμπτη.

Βρισκόμαστε στα 1986. Ο βραδινός ουρανός της Καλιφόρνια χάσκει φωτεινός και σιωπηλός σαν ένα αδειανό παλάτι. Μικρά άσπρα αστράκια φτιάχνουν αργά γραμμούλες πολύ μακριά, κάτω απ’το ζεστό διαμέρισμα της Φαίη.
Η Φαίη Γκόνταρντ και η Τζούλη Σμίθ είναι ξαπλωμένες στο κρεβάτι της Φαίη. Ξαπλώνει διαδοχικά η μια πάνω στην άλλη. Κάνουν έρωτα. Τα κλάματα της Φαίη κουδουνίζουν σαν κέρματα στους τζαμένιους τοίχους της σοφίτας.
Η Φαίη και η Τζούλη δροσίζουν η μια την άλλη με βρεγμένες πετσέτες. Στέκονται γυμνές πίσω από ένα γυάλινο τοίχο και κοιτάζουν το Λος Άντζελες.
Η Τζούλη και η Φαίη ξαπλώνουν στο κρεββάτι, ως ερωμένες. Εκθειάζουν η μια το σώμα της άλλης. Παραπονιούνται για το βραχύχρονο της βραδιάς. Εξετάζουν και επανεξετάζουν, με ένα είδος δυστυχισμένου ενθουσιασμού, τις μικρές εκείνες άγνοιες που αναγκαστικά, όπως λέει η Τζούλη, υπογραμμίζουν το μονοπάτι που ενώνει την αληθινή ένωση μεταξύ των ανθρώπων. Η Φαίη ισχυρίζεται ότι της άρεσε η Τζούλη πολύ προτού η Τζούλη καταλάβει πως την αγαπούσε.
Είναι αγκαλιασμένες. Η Τζούλη είναι πολύ άσπρη και τα μαλλιά της ψιλοκουρεμένα. Η σκοτεινότητα του δωματίου διανθίζεται από μικρά κομματάκια του νυχτερινού Λος Άντζελες που διαπερνούν το τζάμι. Το σκοτάδι εκτείνεται προς τα κάτω ένα γύρο από τα σώματά τους και τις αγκαλιάζει όπως το γάντι το χέρι ενός κηπουρού. Είναι απίστευτα ρομαντικά όλα.

Στις 12 Μαρτίου του 1988 βρέχει. Η Φαίη Γκόνταρντ παρακολουθεί το δρόμο, όπως εκτείνεται έξω από το παράθυρο του γραφείου της μητέρας της, πρώτα να σκοτεινιάζει και μετά να αστράφτει ύστερα απ’ τη βροχή. Η Ντι Γκόνταρντ κάθεται στην άκρη του γραφείου με τα πόδια της να ακροπατούν στο έδαφος και κοιτάζει επίσης έξω απ’το παράθυρο. Ο σκηνοθέτης του Τζεοπάρντι δίπλα από τον υπεύθυνο των δημοσίων σχέσεων του έργου. Η υπεύθυνη των παρασκηνίων και της σειράς παρουσίασης, τους παραδίδει κάποιες σημειώσεις. Ο Άλεξ Τρεμπέκ, κάθεται μόνος κοντά στην πόρτα σε μια ρούχινη καρέκλα σκηνοθέτη, πίνοντας σόδα από ένα τενεκεδάκι. Το δωμάτιο αντανακλάται στο σκοτεινό τζάμι του παραθύρου/.
« Οφείλουμε να γνωρίζουμε τι ακριβώς της έχεις πεί, ώστε να ξέρουμε αν θα έρθει ή όχι» λέει η Ντι.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

(Όσοι επιθυμούν να μάθουν τη συνέχεια προτού ολοκληρώσω τη μετάφραση ας ανατρέξουν στη διεύθυνση http://www.theparisreview.org/viewmedia.php/prmMID/2547)


ΣΥΝΕΧΕΙΑ

«Είκοσι λεπτά υπόθεση είναι όλο κι όλο, Φαίη» λέει ο σκηνοθέτης, κοιτώντας το ρολόϊ από τη μέσα μεριά του καρπού της. « Μετά θα μας πάρει ακόμη μια ώρα για στήσιμο και για δουλειά στο στούντιο. Αλλιώς θα μείνουμε πίσω στην πλοκή, με τη δορυφορική σύνδεση και τη μετάδοση να τρέχουν.
« Για να μην αναφέρουμε ένα αγόρι, που αυτήν ακριβώς τη στιγμή είναι σε κατάσταση μισολιπόθυμη, κατατρομαγμένο και νευρωτικό» Ο Μάφυ Ντεμότ, ο συντονιστής των Δ.Σ λέει ήρεμα: « την τελευταία φορά που τον είδα ήταν κουβαριασμένος στο πάτωμα, έξω από το δωμάτιο μακιγιαρίσματος»
Η Φαίη κλείνει τα μάτια.
« Ο σύζυγος μου τον έχει αναλάβει» λέει η σκηνοθέτις.
« Σ’ευχαριστώ τόσο πολύ Τζάνετ» λέει η Ντη στην σκηνοθέτη. Σκύβει μετά στο πληκτρολόγιο της « Οι υπόλοιποι για τα τέσσερα σενάρια είναι εδώ;»
« Όσοι έχουν υπογράψει. Περισσότεροι απ’όσους είχαμε ποτέ. Σημείωσε επιπλέον και μια τύπισσα που έχει αφυπηρετήσει από το WAC , και η οποία δεν έχει αφοσιωθεί εντατικά στη συγγραφή σεναρίων από τα τέλη Απριλίου. Λέει ότι δεν θα αντέξει να περιμένει κι άλλο για να συναντηθεί με την Τζούλη»
« Αλλά Τζούλη πουθενά» λέει ο Μάφυ Ντεμότ.
Η Ντη μισοκλείνει τα μάτια και κοιτά το πληκτρολόγιο της. « Λοιπόν, όλοι τους μαζί πόσοι είναι τότε;»
«Εννιά» λέει χαμηλόφωνα η Φαίη. Νιώθει το κεφάλι της να ανατριχιάζει."

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2008

Ελευθερία στη γελοιογραφία!


Είναι γεγονός ότι η γελοιογραφία, με την παραστατικότητα, τον λακωνισμό και το χιούμορ της, μεταδίδει μηνύματα πιο άμεσα και σε πιο καθημερινό επίπεδο και παράλληλα διατυπώνει μια κριτική και ένα προβληματισμό που παίζει με τα όρια του λόγου και της εικόνας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί ένα από τα τελευταία οχυρά της σάτιρας, καθώς, σήμερα κυριαρχεί περισσότερο η κωμωδία στην τηλεόραση και στις θεατρικές επιθεωρήσεις. Οι τελευταίες, το 80’-90΄ακόμα μεσουρανούσαν στην καθαυτό σατιρική προσέγγιση, αλλά μετά ξεφτιλίστηκαν σε φτηνές κωμωδίες με Σεφερλήδες και τα ρέστα, που ποσώς δεν κάνουν αναφορά στο πολιτικά δρώμενα. Στυλοβάτης για μένα σήμερα στη σάτιρα και στη θεατρική επιθεώρηση είναι ο Στάθης Ψάλτης, τον οποίο έτυχε να παρακολουθήσω στη σκηνή, σε ένα απίστευτο αυτοσχεδιασμό και μια συγκλονιστική ερμηνεία, η οποία μεταπηδούσε από το γελοίο στο τραγικό, με μια απίστευτη αμεσότητα και εμπλοκή του κοινού. Μετά τον τεράστιο του είδους Χάρυ Κλύν και τον μεγάλο Στάθη Ψάλτη,θα μπορούσαμε να πούμε ότι ένα συνδυασμό της σάτιρας με την κωμωδία παρείχε με κάποια επιτυχία και ο Λαζόπουλος, ο οποίος (παρότι τα κείμενα του ήταν έτοιμα γραμμένα από πριν από ολόκληρη ομάδα ) θα μπορούσε κανείς με πολλή επιφυλακτικότητα να πεί ότι παραπέμπει στην stand up comedy. Ωστόσο ο Λαζόπουλος δεν διέθετε ένα βασικό χαραχτηριστικό που οι αμερικάνοι μεγάλοι του είδους διαθέτουν: τον αυτοσαρκασμό. Επιπλέον, οι επιθέσεις του άγγιζαν πολλές φορές τα όρια της κακοήθειας, με τις εμμονές του σε συγεκριμένα μόνο άτομα, εκτός συνήθως του πολιτικού στίβου, με τα οποία ανταγωνιζόταν στο ντέρμπι της τηλεθέασης. Λαϊκιζε επίσης ασύστολα και αναζητούσε την αποδοχή και το χειροκρότημα, προωθώντας ένα προφίλ για τον εαυτό του, του "λαϊκου, καθημερινού ανθρώπου", το οποίο φυσικά και δεν διαθέτει, καθώς, δεν υπάρχει γκαλά της υψηλής κοινωνίας από το οποίο να λείπει. Επιστρέφουμε όμως στο θέμα μας.

Η γελοιογραφία λοιπόν, είναι ένα θεωρείο της επικαιρότητας απ’όπου οι ευρηματικοί γελοιογράφοι σχολιάζουν και κριτικάρουν τους πρωταγωνιστές του πολιτικού στίβου, μετατρέποντας τους σε καρικατούρες στον καμβά του γελοίου. Οι γελοιογράφοι διαθέτουν αστείρευτη και ευρηματική καλλιτεχνική φλέβα, είναι απίστευτοι φυσιογνωμιστές και διεισδύουν στα ιδιαίτερα χαραχτηριστικά των προσώπου που σατιρίζουν, διαθέτοντας συνήθως ανεπτυγμένα τα αισθητήρια της ψυχολόγησης. Έχουν επίσης την ικανότητα να διαβάζουν πίσω από τις δηλώσεις και τα τεκταινόμενα και να βρίσκουν την ουσία, την οποία επιχειρούν να συγκαλύψουν με επικοινωνιακά τεχνάσματα και ρητορικές οι άλλοι διασκεδαστές της ζωής μας (οι οποίοι όμως πάντα γελούν τελευταίοι και καλύτερα), οι πολιτικοί. Είναι φυσικό λοιπόν οι τελευταίοι να ενοχλούνται από το χιούμορ των σκιτσογράφων γιατί ακριβώς αναγνωρίζουν τη δυναμική της σάτιρας. Ωστόσο πρέπει να πούμε ότι η σάτιρα εμφανίστηκε στη ρωμαϊκή κοινωνία κατά την περίοδο της εκδημοκράτησης των θεσμών και βάδιζε παράλληλα με την ρωμαϊκή δημοκρατία. Το ίδιο συνέβαινε και με την κωμωδία άλλωστε στην αρχαία Αθήνα η οποία έβαλε τις βάσεις στη σάτιρα (που είναι ρωμαϊκό είδος).

Γιατί όλα αυτά σήμερα λοιπόν θα αναρωτηθεί κανείς. Τί με έπιασε και ασχολούμαι σήμερα με τη σάτιρα και τη γελοιογραφία;

Γιατί ακριβώς, μου έκανε τεράστια εντύπωση η απόλυση του γελοιογράφου Μορίς Σινέ από την γαλλική εφημερίδα “Charlie Hebdo” με αφορμή σκίτσο του, στο οποίο σατίριζε τον γιό του Σαρκοζί, Ζαν, ο οποίος φέρεται να ασπάστηκε τον Ιουδαϊσμό ώστε να παντρευτεί την Γαλλοεβραία, κληρονόμο των ηλεκτρονικών ειδών Darty, Τζέσικα Σεμπαούν-Νταρτί. Δεν νομίζει να χρήζει περαιτέρω σχολιασμού η διαπλοκή πολιτικής και τύπου στην φίμωση συγκεκριμένων φωνών και δή σατιρικών. Είναι περιττό επίσης να πούμε ότι η πράξη αυτή της απόλυσης είναι καταδικαστέα.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης, ότι η γελοιογραφία είναι εκτός των άλλων και μέσο πληροφόρησης και ενημέρωσης έστω και σε εξεζητημένη μορφή και με καυστικά σχόλια. Το παρατραβηγμένο ανήκει στις συμβάσεις του είδους και αυτή ακριβώς η ενσυνείδητη απόκλιση από τη σοβαρότητα, το νομιμοποιεί.

Ποιός όμως νομιμοποιεί τους πολιτικούς από την κοροϊδία τους εις βάρος μας και την υποτίμηση της νοημοσύνης μας; Ποιός θα τους απολύσει αυτούς;

Αλλά ξέχασα, τώρα και πάντα, νυν και αεί, θα την πληρώνουν μόνο οι καλλιτέχνες…

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2008

Αυθυποβολές

"PERFER ET OBDURA!
DOLOR HIC TIBI PRODERIT OLIM"

Όχι, πέστε μου!




"efires mas kanei me ta shocking sou!
ma eisai polla xioumoristas!
kai ti etoimologos! ptou ptou ptou
(sta moutra sou ennoitai-mi fovasai oute pou tha tous fanei)

GO ON sinexise na kaneis afto pou ksereis
NA MAS DIASKEDAZEIS!

A! kai ena metrio me gala sto 4!

(akoma edw eisai);;;"



Μα είναι σχόλιο αυτό που μου λογόκρινε ο Αντίχρηστος (που ως γνωστόν είναι τόσο άνετος και ακομπλεξάριστος που έχει μετριασμό σχολίων);;; Είναι σχόλιο αυτό να το λογοκρίνει κανείς; Ιδίως όταν αυτός είναι ο ίδιος ο ΚΑΝΕΙΣ;


UPDATED!!

ΑΑΑΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΜΑΣ ΕΡΧΕΣΤΕ ΑΠΟ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥΛΛΗ, ΝΑ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΩ ΟΤΙ ΔΕΝ ΤΟΝ ΑΠΟΚΑΛΕΣΑ ΒΟΤΗΡΟΥΛΗ ΑΛΛΑ ΒΟΘΡΟΥΛΛΗ. ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΤΩΡΑ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΕΤΕ ΝΑ ΚΑΝΕΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΞΕΡΕΤΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΜΕ ΤΑ ΔΥΟ ΣΑΣ ΤΑ ΧΕΡΑΚΙΑ.
ΑΝΤΙΟΣ ΜΟΥΤΣΙΑΤΣΟΣ

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2008

Πανεπιστήμιο Δοκησισοφίας


"Από τη γνώση
στην ΑΠΟΓΝΩΣΗ

Σπουδάστε ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΙΝΕΤΕ ΑΝΕΡΓΟΙ


παρέχουμε πτυχίο στην εύκολη ανεργία και στην απεγνωσμένη αναζήτηση μέσου

το Πανεπιστήμιο που πάει μπροστά (όσο και η κοινωνία μας!)

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2008

Διαφημιστικό τμήμα

Το μπλογκ μου και το όλο το απρόσωπό του, σας εύχονται ΚΑΛΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ (και απονήρευτο)

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2008

Καθημερινός φασισμός



είμαι φασίστας:

α)γιατί θέλω τον αεριστήρα να βλέπει μόνο εμένα
β)γιατί το παρακάνω με το ζάπιγκ την ώρα που ο άλλος είναι καναλο-μονογαμικός
γ)γιατί παρκάρω σε μια θέση που ο άλλος σπιάζει πέντε ώρες να μπεί
δ)γιατί βάζω το ραδιόφωνο στη διαπασών
ε)γιατί καπνίζω σε κλειστούς χώρους

δεν είμαι φασίστας γιατί:

α) είμαι μόνη στο δωμάτιο με τον αεριστήρα
Β) επιδιώκω την σφαιρική ενημέρωση
β) γλυτώνω τα διπλανά αυτοκίνητα από τα γδαρσίματα που θα τους προκαλούσε ο άλλος
γ) βάζω πάντα καλά τραγούδια να παίζουν
δ) καπνίζουν και οι υπόλοιποι


δοκησίσοφη-φασισμός: 1-0

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Η λίστα ιστολογίων μου